top of page

Βοήθεια από ΑΜΕΑ

«Υγιεία τίμιον αλλ’ ευμετάστατον.

Η υγεία είναι πολύτιμη αλλά ευμετάβλητη.»

Πλούταρχος, Αρχαίος Έλληνας ιστορικός (47-120 μ.Χ.)

Θεσσαλονίκη οδός Ίωνος Δραγούμη και Τσιμισκή, 18:00 3 Δεκεμβρίου 2025

Η νύχτα είχε καλύψει με το σκοτεινό πέπλο της, την συμπρωτεύουσα, καθώς ο δεκαεξάχρονος ψηλόλιγνος Λάζαρος, κινούνταν επί της Τσιμισκή, με κατεύθυνση το παραλιακό καφέ επί της λεωφόρου Νίκης, όπου τον ανέμεναν οι φίλοι του. Παρότι τα τελευταία έξι χρόνια, ήταν σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, εξαιτίας ενός μεθυσμένου οδηγού, κατάφερνε και κινούνταν με σχετική ευκολία, στους πολυσύχναστους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Παρότι τον όγκο του αναπηρικού αμαξίδιου του, ελίσσονταν με ευκολία ανάμεσα σε πιο ηλικιωμένους ή βραδυκίνητους διαβάτες. Φτάνοντας όμως στην διάβαση των πεζών της διασταύρωσης των οδών Ίωνος Δραγούμη και Τσιμισκή, αναγκάστηκε να κόψει ταχύτητα και να σταματήσει την πορεία του. Καθώς η απέναντι διάβαση των αναπήρων ήταν μπλοκαρισμένη. Μια μαύρη μηχανή μεγάλου κυβισμού ήταν παρκαρισμένη κάθετα στην ράμπα, εμποδίζοντας την διέλευση των αναπήρων αλλά και των γυναικών, που είχαν τα καροτσάκια με τα μωρά τους. Οι υπόλοιποι οδοιπόροι, για να πάνε στον προορισμό τους, αναγκάζονταν να στριμώχνονται ανάμεσα στα παρκαρισμένα αμάξια και την μηχανή. Ο Λάζαρος όμως δεν μπορούσε να κινηθεί όπως οι άλλοι ταξιδιώτες, λόγω της αναπηρίας του. Θαρραλέα πλησίασε την ράμπα και την μηχανή, με τα μακριά ξανθά μαλλιά του, να ανεμίζουν από το ελαφρό αεράκι.

Στάθηκε απέναντι από την μοτοσυκλέτα και περίμενε. Δίπλα του, οι περαστικοί κοιτούσαν το ανάπηρο αγόρι, που αναμετρούνταν με το εμπόδιο που στέκονταν μπροστά του. Κανένας όμως δεν προσπάθησε να μετακινήσει την μηχανή. Δεν ήθελαν να μπλέξουν, είχαν να πάνε στις δουλειές τους και είχαν τις δικές τους σκοτούρες.

Από το διπλανό καφέ πλησίασε ένας ψηλός εικοσιπεντάχρονος άντρας που φορούσε μαύρο παντελόνι και ασορτί μπουφάν μοτοσικλετιστή. Στο ένα χέρι του κρατούσε μια μικρή σακούλα, που περιείχε ένα πλαστικό ποτήρι παγωμένου καφέ, ενώ στο άλλο κουβαλούσε ένα ερυθρό κράνος μηχανής. Τα βλέμματα τους αντάμωσαν. Ο γενειοφόρος άντρας χαμήλωσε το βλέμμα του, συνειδητοποιώντας το λάθος του. Με γρήγορες κινήσεις, ο Πέτρος κατέβασε την μηχανή του, από το πεζοδρόμιο και φορώντας το κράνος του, ξεκίνησε για να φύγει.

Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια. Η μπροστινή ρόδα της μηχανής γλίστρησε σε τέσσερις μεγάλες κηλίδες λαδιών ενός φορτηγού. Ο αναβάτης και η μηχανή δίπλωσαν στα δύο και έπεσαν πάνω στο πίσω μέρος ενός σκουπιδιάρικου, ενώ ο άδειος μεταλλικός κάδος απορριμμάτων κατέβαινε πάνω στο κράνος του μελαχρινού άντρα. Ο υπάλληλος της καθαριότητας δεν κατάλαβε τι έγινε και ο κάδος συνέχισε κανονικά την πορεία του. Ο Λάζαρος κινήθηκε αστραπιαία προς τον πεσμένο άντρα και με μια δύναμη που δεν ήξερε πως κατείχε, τον απεγκλώβισε από την μηχανή του. Με την βοήθεια μερικών περαστικών έσυραν τον άντρα, καθώς οι υδραυλικοί βραχίονες και ο κάδος συνέθλιβαν την μηχανή. Μέσα σε μια στιγμή, η ολοκαίνουργια αστραφτερή μηχανή μεταμορφώθηκε σε μια άμορφη μάζα μετάλλου και πλαστικού.

Θεσσαλονίκη Λεωφόρος Νίκης, 15:00 5 Δεκεμβρίου 2025

Η καστανή νεαρή σερβιτόρα άφησε τον καφέ και τον φυσικό χυμό πορτοκάλι, στο χαμηλό τραπέζι του εσωτερικού χώρου, της παραλιακής καφετέριας. Το βλέμμα της, πλανήθηκε στα δυο άτομα, μπροστά της. Ένα νεαρό αγόρι σε αναπηρικό καροτσάκι και ένας ψηλός μελαχρινός άντρας, που είχε σε γύψινο νάρθηκα το αριστερό του πόδι, μέχρι το ύψος του γόνατου του.

Ο Πέτρος και ο Λάζαρος είδαν το βλέμμα της κοπέλας και χαμογέλασαν ταυτόχρονα.

«Είμαστε λες και βγήκαμε από τα επείγοντα του νοσοκομείου», σχολίασε ο Λάζαρος, πίνοντας μια γουλιά από τον χυμό του, ενώ χοντρές στάλες βροχής, έπεφταν λυσσαλέα πάνω στα μεγάλα παράθυρα του καταστήματος.

«Εγώ ναι. Αν δεν είχες αντιδράσει έγκαιρα, θα ήμουν και εγώ σε ένα αναπηρικό καροτσάκι ή μπορεί και χειρότερα. Με βοήθησες παρότι εγώ έβαλα την μηχανή μου, στην μπάρα αναπήρων», αποκρίθηκε ο Πέτρος κοιτάζοντας με ντροπή, την κρεμώδη λευκή καρδιά που είχε ζωγραφίσει ο μπαρίστα στο φλιτζάνι του διπλού καπουτσίνου του.

Τα γαλανά μάτια του Λάζαρου, εστιάστηκαν στο βάθος του συννεφιασμένου ορίζοντα, καθώς οι αστραπές έπεφταν πάνω στην αφρισμένη θάλασσα.

«Οι γονείς μου, μου έμαθαν πως όλοι κάνουμε λάθη. Το θέμα είναι να συνειδητοποιούμε τα σφάλματα μας και να προσπαθούμε να βελτιωθούμε σαν άνθρωποι. Μην νιώθεις τύψεις, απλώς κάνε το σωστό.»

Ο Πέτρος κοίταξε τον Λάζαρο με θαυμασμό. Τόσο νεαρός αλλά και τόσο σοφός. Χαμογέλασε, δίνοντας μια υπόσχεση στον εαυτό του. «Πάντοτε να συλλογίζεται, πως οι πράξεις του μπορεί να επηρεάσουν, τις ζωές των ατόμων με αναπηρία».

Γιώργος Παλαιστής 🌹

Comments


bottom of page