top of page

"ΑΣΤΕΡΩ"


«Δεν φτάνει που την έχουμε εδώ μέσα στα πόδια μας, την ακαμάτρα, πρέπει και να την ταΐζουμε.

Εσύ δεν μπορείς να την παντρέψεις; Τόσους έχει στο χωριό.

Δεν είναι κι απαραίτητο να είν' πλούσιος ούτε και ομορφονιός. Αρκεί να την έχει άλλος στην πλάτη του».

Η κακία της Μέλπως για την Αστέρω ήταν γνωστή και στα μυρμήγκια του χωριού.

Όταν παντρεύτηκε τον Νώντα χωρίς να τον θέλει, έβγαλε όλη της την κακία πάνω στην έρμη την αδερφή του.

Και το σπίτι έλαμπε χάρη στην Αστέρω, και όλη η πάστρα του σπιτιού, σε όλα, ήταν δικό της κατόρθωμα.

Η Μέλπω δεν χώνευε τ’ άντερά της.

Μα δεν μπορούσε ούτε να το χωνέψει ότι ο έρωτάς της ο Θωμάς πήρε την Κρητικοπούλα, σαν είχε πάει στον στρατό αργοπορημένος και ως προστάτης οικογένειας. Άδικα η Μέλπω έκανε πέτρα την καρδιά και περίμενε.

Κι όταν τον είδε παντρεμένο, οι κατάρες που έβγαιναν απ’ το στόμα της άφηναν άναυδο και τον πιο κολασμένο στο χωριό.

Η Αστέρω κατάπινε τις προσβολές και έκανε υπομονή.

Ήταν πολλές φορές που για χατίρι του αδερφού της δεν άνοιγε το στόμα να πει λέξη.

Όταν τη ρωτούσε ακόμη και ο ίδιος ο Νώντας αν είναι καλά, αν έχει κάτι, η Αστέρω δεν έβγαζε άχνα να παραπονεθεί. Μετά θα είχε παρατράγουδα.

Ο Νώντας αγαπούσε την αδερφή του.

Δεν θα την έδινε σε κάποιον που θα ήταν δυστυχισμένη και δεν τον ήθελε.

Το λάθος το έκανε για τον εαυτό του, όταν ερωτεύθηκε τη Μέλπω και τη ζήτησε σε γάμο.

Εκείνη για να μπει στο μάτι του Θωμά, δέχθηκε και τίποτα δεν πήγε καλά.

Χώρια που το μάτι της έπαιζε και γλυκοκοιτούσε τον επιστάτη.

Εκείνος πάλι δεν άφηνε θηλυκό που να μην το κουτουπώσει.

Το χειρότερο όνομα είχε στο Αλεποχώρι αλλά την Αστέρω δεν τολμούσε να την πειράξει, του ‘χε κόψει το χέρι…

«Φρόντισε, Βασίλη, μη με πλησιάσεις ούτε στα δύο μέτρα γιατί θα σου βγάλω το συκώτι σαν αρνί» κρατώντας το μικρό της σουγιά που ‘χε πάντα στη ζώνη απ’ το φουστάνι της.

Έκτοτε ο Βασίλης δεν την πλησίαζε. Η Μέλπω όμως ήταν ζωηρή.

Ήθελε έναν πιο δυνατό και άγριο στο κρεβάτι. Ο Νώντας δεν πληρούσε τα προσόντα αυτά.

Σιγά σιγά, πλησίαζε κρυφά από όλους τον επιστάτη στο κτήμα, δήθεν για δουλειές με τα ζώα.

Δεν άργησε να γίνει το δεδομένο… Έπεσε στην αγκαλιά του και οι επόμενοι μήνες ήταν κρυφά ραντεβού τα βράδια που κοιμούνταν όλοι.

Η Αστέρω το πήρε γρήγορα είδηση, από το ύφος της Μέλπως και την αδιαφορία σε όλα.

Ο αδερφός της ή δεν ήθελε να δει ή δεν μπορούσε να φανταστεί την αληθινή Μέλπω.

Ο καιρός περνούσε και η Αστέρω δεν άντεξε χωρίς να νιώθει συνένοχη στα ατοπήματα της κουνιάδας της.

Την έπιασε μια μέρα που ήταν ο Νώντας στο σφαγείο.

«Μέλπω ξέρω τι γίνεται πίσω από τις πλάτες του αδερφού μου. Σε παρακαλώ, να κόψεις απ’ τον Βασίλη γιατί…»

«Γιατί τι; Με απειλείς, Αστέρω; Αν πεις λέξη, θα σου κόψω το λαρύγγι και φυσικά θα το αρνηθώ, τρελή θα σε βγάλω! Δεν είναι δύσκολο να πω ότι ζηλεύεις γιατί είσαι μόνη!» «Καλύτερα μόνη παρά σαν εσένα, Μέλπω.

Ξεγελάς τον εαυτό σου, μόνο αυτόν. Κανέναν άλλο. Και ότι είπα το εννοώ· αρκετά έχω ανεχθεί από σένα αλλά αυτό δεν θα το επιτρέψω πια».

Η Αστέρω γύρισε την πλάτη κι έφυγε.

Μέρες μετά, κατάλαβε ότι η Μέλπω δεν ήταν καλά. Ξερνοβολούσε σαν το γατί.

«Θες να σου κάνω ένα χαμομήλι, να σε βοηθήσω σε κάτι; Τι σε πείραξε;»

Η Μέλπω πρώτη φορά ένιωσε αδύναμη. Οι φράσεις από το στόμα της Μέλπως έβγαιναν πια ηττημένες.

«Μπορείς να με χλευάζεις ελεύθερα, είμαι γκαστρωμένη και μην ρωτήσεις από ποιον. Ο αδερφός σου στη χάση και στη φέξη με πλησίαζε».

«Και τώρα; Τι θα κάνουμε; Έχεις ιδέα τι θα γίνει αν μαθευτεί; Θα σε σκοτώσει ο Νώντας, το καταλαβαίνεις;»

Η Αστέρω ήταν αναστατωμένη. Δεν την κατηγόρησε. Δεν την ειρωνεύτηκε. Έψαχνε μόνο να βρει τον τρόπο να σώσει τον γάμο του αδερφού της. Είχε κι εκείνος το δικό του μερίδιο ευθύνης.

«Δεν ξέρω τι να κάνω… Φοβάμαι πια. Αν το καταλάβει και ο Βασίλης θα με κυνηγήσει, θα θέλει να φύγω μαζί του… Έχει καιρό που το ζητάει».

«Εσύ, αυτό θες;»

«Με δουλεύεις; Ούτε γι’ αστείο. Ήταν μια αντίδραση στη ρουτίνα μου. Δεν έχω δικαιολογία για όλα, Αστέρω. Σου ζητώ συγγνώμη για όλα» ξέσπασε στο κλάμα η Μέλπω.

«Άστο σ’ εμένα, ηρέμησε εσύ και πήγαινε ξάπλωσε· τον αχαΐρευτο δεν θα τον ξαναδείς, αυτός είναι ο όρος».

«Θα κάνω ότι μου ζητήσεις» είπε η Μέλπω απεγνωσμένη.

Η Αστερω το ίδιο βράδυ πήγε στο σπιτόπουλο δίπλα από τον στάβλο. Πέταξε ένα σακούλι με λίρες στον Βασίλη και του είπε:

«Είναι πενήντα λίρες, όλη μου η προίκα. Δίχως ερωτήσεις, φεύγεις μέχρι το χάραμα, δεν έχεις άλλη ευκαιρία κι επιλογή. Ή τα δίνω αλλού και σε θάβουν στη γη ή τα παίρνεις και πας στον αγύριστο. Αν δεν φύγεις απ’ το Αλεποχώρι τουλάχιστον για τη Γερμανία κι ακόμη παραπέρα, θα σε βρω και θα φύγεις στους εφτά ουρανούς».

Ο Βασίλης είδε τις λίρες και δεν πίστευε στα μάτια του. Και τι να έκανε εδώ; Είχε μπουχτίσει απ’ τις μυρωδιές των ζώων. Επιτέλους του χαμογέλασε η τύχη. Ούτε Μέλπω, ούτε τίποτα δεν σκέφτηκε. Πήρε τις λίρες και, της απάντησε μονολεκτικά.

«Το ξημέρωμα θα έχω φύγει».

«Το καλό που σου θέλω, σταβλίτη».

Η φωνή της απειλή, το βλέμμα της φωτιά και αστραπή μαζί. Το πρώτο βήμα είχε γίνει. Το επόμενο ήταν να πουν στον Νώντα ότι η Μέλπω ήταν έγκυος. Το βράδυ έφτιαξε κρέας στη γάστρα, αχνιστό με κριθάρι, που άρεσε του αδερφού της. Οι δύο γυναίκες για πρώτη φορά ήταν ήρεμες και η Μέλπω δεν έβγαζε άχνα.

«Αδελφέ μου, έχει κάτι να σου πει η γυναίκα σου· εγώ θα πω μόνο ότι σήμερα κατεβήκαμε στην Αθήνα, στον γιατρό…»

Ο Νώντας άλλαξε βλέμμα ανησυχώντας.

«Όχι, μην ανησυχείς… Είμαι… Είμαι έγκυος, Νώντα».

Η Μέλπω έτρεμε ολόκληρη. Το πρόσωπο του Νώντα είχε μια απορία.

«Το βράδυ εκείνο που ‘χες πιει το κρασί απ’ τη νέα σοδειά, με τον κυρ Φάνη».

«Κι εγώ να ζητήσω να γίνω νονά του!» έσπασε τον πάγο η Αστέρω.

Ο Νώντας χαμογέλασε κι αγκάλιασε την γυναίκα του.

«Με το καλό, γυναίκα μου, με το καλό».

«Αα, ξέχασα να σας πω… Βρήκα αυτό το σημείωμα του σταβλίτη κάτω από την πόρτα» δίνοντας ένα ανορθόγραφο χαρτί στο Νώντα με κεφαλαία, σαν μουτζούρες, που έγραφε:

"ΦΕΥΓO ΑΦΕΝΤΙΚΟ, ΑΡΡOΣΤΗΣΕ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ, ΔΕΝ ΞΕΡO ΠΟΤΕ ΘΑ ΓΥΡΙΣO"

«Αν είναι να κάνει ότι θέλει, να μην τον δεχθούμε ξανά» συμπλήρωσε η Αστέρω.

Έναν χρόνο μετά...

Στο εκκλησάκι του Αη Γιώργη η βάφτιση της μικρής ήταν γεγονός. Το όνομά της "Αστέρω", προς τιμήν της θείας και νονάς, που την φρόντιζε πάντα… Η Μέλπω ήταν μια άλλη γυναίκα. Μια γυναίκα με πάθη, λάθη και μετάνοια. Με ένα μυστικό που θα κουβαλούσαν με την Αστέρω σε όλη τους τη ζωή. Μα ο Νώντας ήξερε την αλήθεια που κρατούσε για τον εαυτό του. Χρόνια γνώριζε ότι δεν μπορούσε να κάνει παιδιά… Ήταν το δικό του μυστικό. Και η κόρη του δεν θα το μάθαινε ποτέ.


Ευαγγελία Αλιβιζάτου

Συγγραφέας 🥀 🎀 🥀

Comments


bottom of page