Αντιμέτωπη με τον Καρκίνο
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

- 3 hours ago
- 6 min read

«Η ελευθερία και η υγεία μοιάζουν με το οξυγόνο.
Αισθάνεσαι την αξία τους όταν λείπουν.»
Ναύπλιο, 4 Φεβρουαρίου 2025, 14:50
Ο λαμπερός ήλιος είχε φτάσει στο απόγειο του, καθώς η Αλκμήνη έφτασε μπροστά στην γυάλινη είσοδο της Νοσηλευτικής Μονάδας Ναυπλίου, στην διασταύρωση των οδών Ναυάρχου Κουντουριώτη και Μαρτινίας.
Ο μπάτης μετέφερε την δροσιά της καταγάλανης θάλασσας, καθώς διέρχονταν από το φρούριο του Μπούρτζι, που στέκονταν ακίνητο στο λιμάνι του Ναυπλίου, σαν ένα πέτρινο καράβι, που αναμένει τον ούριο άνεμο για να ταξιδέψει ξανά στις θάλασσες.
Με τα σμαραγδένια μάτια της, να προστατεύονται από τα μεταλλικά γυαλιά ηλίου της, κοίταξε το διώροφο λευκό κτίριο, με την κεραμιδένια σκεπή, που ορθώνονταν μπροστά της, σαν το κολοσσό της Ρόδου.
Θυμήθηκε όταν πριν από έξι χρόνια πέρασε τις αυτόματες πόρτες. Πόσο έτρεμε όταν είχε ακούσει την ιατρό, να της ανακοινώνει πως είχε καρκίνο του παχέος έντερου, στάδιο ένα.
Είχε όμως εμπιστοσύνη στον αρραβωνιαστικό της, τον Δημοσθένη.
Καθώς, όμως ξεκίνησε ο Γολγοθάς της, με τις χημειοθεραπείες, την απώλεια βάρους, την ανορεξία και την απώλεια των κατάμαυρων μαλλιών της, ο άνθρωπος της άρχισε σιγά σιγά να απομακρύνεται. Μέχρι που ένα βροχερό απόγευμα του Νοεμβρίου της είπε, πως δεν άντεχε να την βλέπει να υποφέρει και θα έφευγε για πάντα από την ζωή της.
Δεν είχε δύναμη να ουρλιάξει και να του πει τι σόι άντρας ήταν. Περίμενε μέχρι που έκλεισε την εξώπορτα και πλάνταξε στο κλάμα. Μόνη της, μακριά από την οικογένεια της στην Ρόδο, ένιωθε εγκαταλελειμμένη από όλους και από όλα.
Την επόμενη ημέρα έμαθε από κοινούς γνωστούς τους, πως ο Δημοσθένης τα είχε φτιάξει με μια συνάδερφο του, στην ασφαλιστική εταιρεία που δούλευε και θα μετακόμιζαν στην Αθήνα.
Στην χημειοθεραπεία, την μεθεπόμενη ημέρα, ήταν πιο χλωμή και από πεθαμένη.
Ένας νέος ειδικευόμενος ιατρός, ο μελαχρινός Έκτορας, την είδε στα δύσκολα και στάθηκε δίπλα της. Καθώς οι ώρες μετατράπηκαν σε ημέρες και οι ημέρες σε εβδομάδες, ένας έρωτας γεννήθηκε.
Ο Έκτορας ήταν πλέον το στήριγμα της. Όταν το αποτέλεσμα της βιοψίας ήταν καθαρό, η χαρά τους ήταν μεγάλη.
Με την υποστήριξη του Έκτορα τελείωσε τις σπουδές της στο Τμήμα Μαιευτικής του Πανεπιστήμιου Δυτικής Αττικής και κατάφερε να προσληφθεί στο Γενικό νοσοκομείου Ναυπλίου. Τέσσερα χρόνια μετά την διάγνωση της ασθένειας της και αφού είχε σταματήσει την χημειοθεραπεία, κατάφερε να μείνει έγκυος και έφερε στον κόσμο ένα πανέμορφο κοριτσάκι, την Αννούλα.
Η λυγερόκορμη κοπέλα, διέσχισε τον προθάλαμο του νοσοκομείου, χαιρετώντας τους συναδέρφους της, ενώ ασθενείς και συνοδοί από όλο το φάσμα των ηλικιών, μπαινόβγαιναν συνέχεια.
Ανέβηκε τις μαρμάρινες σκάλες, που οδηγούσαν στον πρώτο όροφο και περπατώντας ανάμεσα σε λευκούς διαδρόμους, με μπλε πόρτες και πορτοκαλί καρέκλες γεμάτες με ανθρώπους, που ο καθένας κουβαλούσε τον σταυρό του.
Ναύπλιο, 4 Φεβρουαρίου 2025, 17:20
Η Αλκμήνη τελείωσε την πληκτρολόγηση των τελευταίων ημερήσιων εγγράφων και τα έστειλε συνημμένα με email προς το αντίστοιχο προϊστάμενο τμήμα του Υπουργείου Υγείας. Σήκωσε το κεφάλι της, από την οθόνη του υπολογιστή της και τεντώθηκε καθώς είχε μουδιάσει, από την ακινησία της τελευταίας ώρας. Απέναντι της, έστεκε η πενταόροφη μεταλλική βιβλιοθήκη του γραφείου.
Εκεί ανάμεσα στους χοντρούς ιατρικούς τόμους και τα εγχειρίδια ιατρικής έστεκε το ορθογώνιο ερυθρόλευκο ημερολόγιο των εθελοντών αιμοδοτών του Ναυπλίου. Ανασηκώθηκε λίγο από την μαύρη περιστρεφόμενη καρέκλα της και είδε πως σήμερα ήταν Τρίτη τέσσερις Φεβρουαρίου. Η ημέρα ήταν αφιερωμένη στους ασθενείς με καρκίνο.
Κοίταξε το ασημένιο ρολόι που κοσμούσε το λεπτεπίλεπτο αριστερό χέρι της και μετά το βλέμμα της έπεσε στην στοίβα από τους φακέλους ασθενών, που έπρεπε να διεκπεραιώσει, μέχρι το βράδυ.
Το σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα και στο τέλος πήρε την απόφαση της.
Σηκώθηκε από την καρέκλα της και αφού κλείδωσε την πόρτα του μικρού γραφείου της, κατευθύνθηκε προς την παθολογική πτέρυγα όπου φιλοξενούνταν οι ασθενείς με καρκίνο.
«Καλησπέρα Αλκμήνη, νόμιζα που δεν θα ερχόσουν», είπε η χαμογελαστή εύσωμη ξανθιά νοσηλεύτρια, που εργάζονταν στην παθολογική πτέρυγα.
«Αφού ξέρεις Ελένη, μου αρέσει να βοηθάω», απάντησε η Αλκμήνη. Με το που ανάρρωσε από την επάρατη νόσο, δεν λησμόνησε την ευγένεια του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού.
Αλλά δεν ξέχασε ούτε και την ψυχολογική στήριξη που χρειάζονται οι ασθενείς που παλεύουν καθημερινά με την ασθένεια. Για αυτό και πολλές φορές, στις ώρες επισκεπτηρίου, επισκέπτονταν όσους νοσηλεύονταν και κάθονταν και άκουγε τις ιστορίες τους, προσφέροντας τους ένα ψυχολογικό στήριγμα.
«Η αλήθεια είναι, πως υπάρχει ένας ασθενής που θα χρειάζονταν την βοήθεια σου», αποκρίθηκε η Ελένη σκεφτική. «Είναι στο τελευταίο στάδιο του καρκίνου της ουροδόχου κύστης και δεν τον επισκέπτεται κανένας εδώ και μια εβδομάδα.»
«Εννοείται, πως θα πάω να του κάνω λίγο παρέα», είπε η Αλκμήνη, χωρίς δισταγμό.
«Σε ευχαριστώ Αλκμήνη, είναι στο δωμάτιο 207», είπε η Ελένη φανερά εντυπωσιασμένη από τον αλτρουισμό της εικοσιπεντάχρονης κοπέλας.
Η Αλκμήνη πέρασε τους γεμάτους θαλάμους, όπου οι ηλικιωμένοι αλλά και νεαροί ασθενείς συζητούσαν με τα αγαπημένα πρόσωπα τους. Για λίγες ώρες ξεχνούσαν το καθημερινό μαρτύριο και τον αφόρητο πόνο που ούτε και τα πιο δυνατά φάρμακα, όπως η μορφίνη δεν μπορούσαν να καταπραΰνουν.
Στο τέλος του καλοφωτισμένου διαδρόμου ήταν το δωμάτιο 207.
Η Αλκμήνη χτύπησε ελαφρά την πόρτα και όταν δεν πήρε απάντηση, άνοιξε την θύρα. Εισήλθε στο ευάερο δωμάτιο και είδε μια σκελετωμένη μορφή να κείτεται στο γωνιακό μεταλλικό κρεβάτι. Κάποια νοσοκόμα του είχε ανασηκώσει λίγο το κρεβάτι και είχε ανοίξει την τηλεόραση σε ένα ψυχαγωγικό πρόγραμμα, ώστε να ξεχνιέται λίγο ο καημένος.
Στο δεξί χέρι του, υπήρχε ένας ορός και ήταν συνδεδεμένος μεσω καλωδίων με ένα μόνιτορ, που φαίνονταν οι χτύποι της αδύναμης καρδιάς του. Πρόσεξε πως τα μάτια του ήταν κλειστά και το στήθος του ανεβοκατέβαινε ελαφρά. Η Αλκμηνή δεν πιστευε στα μάτια της. Μπροστά της κείτονταν ο πρώην αρραβωνιαστικός της, ο Δημοσθένης.
Κάποια άλλη μπορεί να χαίρονταν με την τωρινή κατάσταση του. Αλλά η Αλκμήνη είχε ανιδιοτελή χαρακτήρα και δεν ήθελε ποτέ το κακό κανενός. Την στιγμή που είχε αποφασίσει να φύγει, ο Δημοσθένης ξύπνησε και γύρισε και την κοίταξε. Του πήρε ένα λεπτό για να την αναγνωρίσει.
«Αλκμήνη, είσαι αληθινή ή είσαι ο άγγελος που ήρθε για να με πάει στον άλλο κόσμο;» ρώτησε ο Δημοσθένης, με την φωνή του να βγαίνει ψιθυριστή.
«Εγώ είμαι Δημοσθένη. Πως νιώθεις;»
«Αχ….Αλκμήνη. Ξέρεις πως νιώθω γιατί τα πέρασες και εσύ. Και εγώ το κάθαρμα σε παράτησα μόνη σου. Θα ήθελα την συγχώρεση σου, όχι επειδή την αξίζω αλλά επειδή την χρειάζεται η ψυχή μου», αποκρίθηκε ο Δημοσθένης, καθώς ένα δάκρυ κυλούσε από το δεξί του μάτι.
Τόσα χρόνια που ήταν μαζί, ήταν η πρώτη φορά που τον είδε να δακρύζει. Τον πλησίασε και έπιασε τρυφερά το οστεομένο χέρι του.
«Σε συγχωρώ Δημοσθένη», είπε η Αλκμήνη, με δάκρυα στα πράσινα μάτια της.
«Σε ευχαριστώ Αλκμήνη», αποκρίθηκε ο Δημοσθένης και αποκοιμήθηκε ανακουφισμένος, λες και είχε φύγει ένα βάρος από την συνείδηση του.
Η Αλκμήνη έριξε μια τελευταία ματιά στον πρώην αρραβωνιαστικό της και έφυγε από το δωμάτιο 207. Ζήτησε από την προϊσταμένη της, μια ολιγόωρη άδεια και η μεσόκοπη γυναίκα βλέποντας την Αλκμήνη να τρέμει συθέμελα, της την έδωσε ευχαρίστως.
Η νέα γυναίκα περπάτησε επί της οδού Ασκληπιού, με τον ήχο από τα οχήματα και τους διαβάτες που κινούνταν ολόγυρα της, να την συντροφεύουν καθώς το λυκόφως κάλυπτε την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας. Χωρίς να θέλει να πάει κάπου ιδιαίτερα, προχώρησε ανάμεσα στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης του Ναυπλίου, με τις μεθυστικές βουκαμβίλιες να ξεφυτρώνουν ολόγυρα της από τα μεταλλικά μπαλκόνια, σε μια πανδαισία χρωμάτων όπως μωβ, κόκκινο και λευκό. Ούτε που το κατάλαβε πότε έφτασε στην πλακόστρωτη πλατεία Συντάγματος, με τα ιστορικά διατηρητέα κτίρια της και τα καταστήματα πέριξ της, γεμάτα με τουρίστες.
Ειδικά τα ζαχαροπλαστεία στην πλατεία ήταν ασφυκτικά γεμάτα με οικογένειες με μικρά παιδιά. Ήταν λογικό όμως καθώς οι μεθυστικές μυρωδιές από τα παραδοσιακά γλυκά όπως, τα εύγευστα αμυγδαλωτά, τα νόστιμα γλυκά του κουταλιού, τα γευστικά λουκούμια και το χειροποίητο αναπλιώτικο παγωτό, είχαν κατακλύσει τους υποδοχείς της όσφρησης των διαβατών, της παλιάς πλατείας Πλατάνου.
Τα βήματα της, την οδήγησαν στο τέρμα της οδού 25ης Μαρτίου και στο ξεκίνημα των 999 σκαλοπατιών που οδηγούσαν στο φρούριο του Παλαμηδίου, που στέκονταν αγέρωχο πάνω από την πόλη του Ναυπλίου. Καθώς το κοίταζε, ο νους της μεταφέρθηκε ασυναίσθητα, στην μορφή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του ήρωα της επανάστασης του 1821, που φυλακίστηκε άδικα, κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, στο μπουντρούμι κάτω από τον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα. Αναλογίστηκε πως κατά την διάρκεια της χημειοθεραπείας της, δεν μπορούσε να ανέβει ούτε δέκα σκαλοπάτια. Τώρα πλέον έκαναν την διαδρομή συχνά με τον Έκτορα, έχοντας την κορούλα τους στην αγκαλιά τους.
Με το σκοτάδι να έχει καλύψει την παραλιακή πόλη, η Αλκμήνη άρχισε να ανεβαίνει τα λαξευμένα στον ασβεστολιθικό βράχο σκαλοπάτια, με οδηγούς της, την ασημένια ημισέληνο και τα λαμπρά άστρα του ουράνιου στερεώματος. Μετά από μισή ώρα πάτησε το τελευταίο σκαλοπάτι, το 857ο και απόλαυσε την απρόσκοπτη θέα του φωτισμένου Ναυπλίου, που εκτείνονταν μπροστά της. Την ίδια στιγμή, στο δωμάτιο 207, της Νοσηλευτικής Μονάδας Ναυπλίου, μια ψυχή αναχωρούσε προς το φως.
Γιώργος Παλαιστής 🌹




Comments