"Ένας διαφορετικός φίλος"
- ΜΑΡΙΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

- Oct 1, 2025
- 4 min read

Ένας διαφορετικός φίλος.
Οι κουρτίνες είναι κλειστές, έξω απο το παράθυρο ο ήλιος αναπνέει βγάζοντας αχτίδες.
Μέσα το ροχαλητό του γεμίζει το δωμάτιο.
Το τσιγάρο είναι ποτισμένο στους τοίχους , στα σκεπάσματα.
Αφίσες από το αγαπημένο του συγκρότημα καλύπτουν τον τοίχο μπροστά από το κρεβάτι του.
Από απέναντι έχει κρεμασμένες ζωγραφιές για τις οποίες μαλώνει με τους γονείς του,ενώ πάνω στο γραφείο ,έχει σκαλίσει δράκο ,νυχτερίδες και νεκροκεφαλές.
Η μητέρα του αντέδρασε άσχημα, όταν είδε πως χάλασε το έπιπλο.
Οι φωνές της φτάσανε μέχρι τη μικρή πλατεία, όπου ένας παππούς την παράτησε ,τους χτύπησε το κουδούνι, να δει, αν πάθανε κάτι, αλλά ανέβηκε πάλι πίσω με το κεφάλι κάτω.
Λες και δεν ήξερε, ότι αν ασχοληθεί, θα μπλέξει διακόσια τα εκατό.
Μια ζωή οι ίδιοι είναι, καμία πρόοδο, κανένα αξιόλογο επίτευγμα σαν οικογένεια.
Από έξω στον διάδρομο ακούγεται ένας διάλογος να ξεφεύγει από τις χαραμάδες.
Συζήτηση με επιχειρήματα, διαφωνίες εκ μέρους του Γιώργου. Γέλιο ,ειρωνεία δεμένη με την βαριά του φωνή.
Το χερούλι τρίζει, μα το παιδί δεν δίνει σημασία, έχει θέμα συζήτησης σοβαρό.
Τα μάτια γουρλωμένα, το χέρι στο ορθάνοιχτο στόμα να φράζει, ο κόσμος της γκρεμίστηκε σαν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα.
Γιατί σε αυτήν, τι αμαρτίες πληρώνει;
Τι κακό έχει κάνει πια και περνάει, ότι περνάει;
Δύο παιδιά έβγαλε, και τα δύο προβληματικά, η μεγάλη έφυγε στα δεκαεφτά από το σπίτι με τον γιό της κυρά Χριστίνας, ενώ το παλικαράκι της μιλάει μόνο του πάλι.
Πως θα το πει στον άντρα της;
Είναι κάθετος, δεν θα τον δει κανένας ψυχίατρος, δεν είναι τρελός.
Επίτηδες το κάνει, για να γίνεται το δικό του.
Όμως αυτή τη φορά τα μάτια του καθρεφτίζουν στον μικρό καθρέφτη, που επίτηδες έβαλε σε αυτό το σημείο, για όταν το ξανά κάνει, να βλέπει το βλέμμα του .
Να διαπιστώσει αν παίζει θέατρο ή πράγματι χρειάζεται γιατρό.
Ο Γιώργος σκάει στα γέλια, με μία φορά πιάνει χαρτί και κάρβουνο, σχεδιάζει έναν δράκο, ο ιδρώτας τρέχει στο φαρδύ μέτωπο του .
Οι κουρτίνες φωνάζουν τον ήλιο μέσα, τρυπάνε τα μάτια του εικοσάχρονου, γυρίζει προς αντίθετα, πετάει το κάρβουνο στον τοίχο, κάνοντας το κομμάτια.
<< Αμαν, τι έκανες, κλείσε τις>>,<< Μα ζωγραφίζεις, για να βλέπεις, για να γίνει ο δράκος σου τέλειος. >> ,<< Καλά.>>
Ο σταυρός κρύφτηκε από το ρυτιδιασμένο χέρι της.
Ενώ οι χτύποι της καρδιάς της ανέβαιναν γοργά, λες και έτρεχε σε αγώνα. Λίγο ακόμα και θα καιγόταν από το παράπονο, μα μια μάνα αντέχει, έτσι πρέπει, γιατί έτσι της έμαθε η δική της η συγχωρεμένη.
<<Λοιπόν τι έχεις να πεις ;>> ,
<< Τίποτα >>, << Χαχα το ξέρα! Κλασσικός Δαυίδ .>>,
<< Η μάνα σου πότε θα φύγει, να μιλήσουμε άνετα;>>, << Μην της δίνεις σημασία. >>, << Όλο το ίδιο λες ,μα μας κοιτάνε περίεργα στον δρόμο, όταν είμαστε οι δύο μας.>>,<< Αδιαφορώ, είσαι ο καλύτερος φίλος σε ολόκληρο τον κόσμο. Μόνο εσύ με ακούς, χωρίς να κρίνεις, δεν με έχεις φέρει ποτέ σε δύσκολη θέση. >>, << Αφού είμαστε κάτι παραπάνω από φίλοι, αδερφοί. >>
Κούνησε το κεφάλι του , έπιασε με τρέμουλο το μπουκάλι με το νερό, το άδειασε, ενώ η μάνα του στάθηκε πίσω του ,να χαϊδεύει το αχτένιστο κεφάλι, που προσπαθεί, να ψαρέψει πληροφορίες, για το πως μπερδεύτηκε.
Μπροστά στον πάγκο του μανάβικου διαλέγει φρούτα με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα, σκυφτή γεμίζει την πράσινη πλαστική σακούλα, σκέφτεται, ξανά σκέφτεται, μέσα της να σκάνε κροτίδες, μα να μην μπορεί, να ουρλιάξει.
Ένα χάδι την κάνει,να τιναχτεί με αποτέλεσμα να της πέσει όλο το περιεχόμενο κάτω, τα χλωμά χέρια βοηθούν στο μάζεμα.
Δύο ζευγάρια μάτια την καρφώνουν, όπως δένει τα χερούλια της σακούλας.
Γεμάτα απορία ψάχνουν την αιτία που είναι κλαμένη.
Το άρωμα της ξυπνάει την ζαλισμένη φίλη την κατάλληλη στιγμή, πριν ….
Με μια αδύναμη κίνηση ζυγίζει τα φρούτα ,ο μανάβης πλησιάζει, ολοκληρώνει τη συναλλαγή και φεύγει, χωρίς να μιλήσει με τη κουμπάρα της.
Ένα παγκάκι την περιμένει άδειο. Την υποδέχεται.
Η ξύλινη υφή του της θυμίζει τον πατέρα της ,που ήταν μαραγκός. Θεός σχωρέσετον.
Αχ μπαμπά ας ήσουν εδώ μαζί μου, εσύ μόνο θα έβρισκες λύση, να πείσω τον άντρα μου .
Σκέφτεται ξανά και ξανά. Τα δάκρυα σπρώχνουν ,να βγούνε, μα αυτή αντιστέκεται.
Εισπνοή, εκπνοή,τσακ άναψε τσιγάρο, γιατί αλλιώς θα πάρει φόρα ,να πέσει μέσα στο ποτάμι μπροστά της.
Μετά από πολύ ώρα φτάνει στο σπίτι, δεν μαγείρεψε, όπως πετάει τα κλειδιά στο τραπέζι, μυρίζει καφέ από την κουζίνα, ο Κώστας τον κουβαλάει με βαριά πόδια μπροστά της ,ανοίγει δύο καρέκλες, προτείνει, να καθίσει μαζί του .
Ένα σκοτάδι τον ζωγράφισε, ενώ το πρωί πριν λίγες ώρες ήταν ευδιάθετος. Με ενδιαφέρον ανοίγει τα αυτιά της , αρχίζει να ανησυχεί για τον ίδιο, μέχρι που οι λέξεις που βγάζει, παγώνουν στο άκουσμα τους. << Ήμουν στο καφενείο, κάθισα, να πιώ σαν άνθρωπος έναν καφέ, συνταξιούχος πλέον αντί να απολαμβάνω με ηρεμία τη ζωή σε αυτή την ηλικία, με φέρανε σε πολύ δύσκολη θέση .
Ο γιος μας μιλάει μόνος του στη μικρή πλατεία και στον δρόμο όπως περπατάει, το κάνει έξω, είπα ότι έχει ακουστικό στο αυτί και μιλάει στον φίλο του ,στην κοπέλα του αλλά δεν είναι χαζοί . Έκλεισα ραντεβού σε δικό μας άνθρωπο ,στου καρδιολόγου μας τον γιο ,είναι ψυχίατρος. Νέος βέβαια αλλά ξέρουμε από τι οικογένεια προέρχεται, θα είναι όπως ο πατέρας του.
Σίγουρα. >> , η μαμά παίζει με το φλιτζάνι αμίλητη, το γυρίζει δεξιά, μπροστά ,αντίθετα, ώσπου βάφει το τραπεζομάντηλο της. Μα δεν φέρνει βιτέξ να καθαρίσει . << Ωραία ,πότε είναι το ραντεβού;>> , << Αύριο στις δέκα το πρωί. Μην το πεις πουθενά, είναι μυστικό. Ούτε αυτός να ξέρει ,που θα τον πάμε, δήθεν για σένα σε γιατρό, μέχρι να φτάσουμε .>> << Καλά. >> Τον αφήνει, πέφτει στο κρεβάτι με τα ρούχα, τα παπούτσια της πρώτη φορά ακουμπάνε πάνω.
Αυτό το απορρυπαντικό μυρίζει έντονα, μα χώνει περισσότερο τη μύτη της στο μαξιλάρι, αλλάζει αργά πλευρό, το βλέμμα καρφωμένο στον λευκό κενό τοίχο.
Μαρίνα Παπαδοπούλου🌹




Comments