H MONAΞΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΩΝΑ

Πάντα ήταν μόνος ο Ιάσωνας. Ήταν οδυνηρά μόνος. Τόσο που το έχει συνηθίσει. Οι περίοικοι, χαριτολογώντας, τον αποκαλούσαν Τζέησον. Γλιστρούσε αθόρυβα στα δωμάτια του μικρού σπιτιού του, σαν σκιά. Αναζητούσε στους μοναχικούς του περιπάτους να πιάσει ξανά το χαμένο νήμα της ζωής του.
Μικροπωλητής σε μια κεντρική στοά. Την δεκαετία του ’90, τότε που ήταν όλα μπορετά, οι γειτονιές έτειναν να εξαφανιστούν και οι αλάνες σώζονταν μόνο σαν ένα ντεκόρ του περασμένου αιώνα.
Ήταν βράδυ, είχε πιάσει βροχή και οι αρχές είχαν διακόψει την κυκλοφορία των αυτοκινήτων λόγω μιας πορείας φοιτητών και οι φωτενοί σηματοδότες αναβόσβηναν μάταια. Εκείνος στην γνωστή του γωνία, έμπροσθεν μιας μικρής στοάς, κοίταζε το πλήθος που όδευε στην πλατεία λες και υπήρχε ένας αόρατος μαγνήτης που το έλκυε μαγικά. Έμιαζαν όλοι σαν να ήταν ακέφαλοι, μια μάζα άμορφη.
Καθόταν πάντα μόνος. Το βλέμμα του άδειο, εν αντιθέσει του κατάμεστου δρόμου, είχε αγγιστρωθεί σε κάποια λακούβα με νερό, που καθρέφτιζε ένα φανάρι. Ήξερε να βλέπει την θάλασσα που αντανακλούσε το φως ενός φάρου που αναβόσβηνε το πορτοκαλί φως. Αιφνιδίως η μνήμη του ανέσυρε τα θεριακά κύματα του νησιού του. Πόσα μίλια μακριά... Και αυτός μόνος καθιστός στο καρεκλάκι του. Σκέφτηκε πως σήμερα δεν θα πουλήσει κανένα από τα κουρδιστά αεροπλανάκια που ήταν αφημένα ανάμεσα στα πόδια του. Θα έκανε ένα τελευταίο τσιγάρο και θα έφευγε. Με το τσιγάρο στο χέρι σαν έκτο δάκτυλο συλλογιζόταν την ψυχολογία του απρόσωπου μπουλουκιού που είχε επιτέλους αραιώσει. Οι τελευταίοι καθυστερημένοι έβριζαν, έφτυναν και έτρεχαν να προλάβουν... Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε ποτέ στην ζωή του να συνηθίσει αυτές τις φάτσες. Ούτε ένα, έστω μικρό, ίχνος θλίψης στα πρόσωπά τους.
Παντού επικρατούσε ένα κλίμα υποτονικού πολεμικού πανικού. «Απαντώντας πριν σκεφτεί, έπαψε ο κόσμος να σκέφτεται», σκέφτηκε και κούρδισε τα αεροπλανάκια για τελευταία φορά προσέχοντας μην τα πατήσει κανένας. Σκυφτός από πάνω τους. Και να κάποια πλησίασε. Βλέπει τα πόδια της μέχρι το γόνατο. Με μπότες και σκισμένο τζιν. Την άκουσε να γελάει. Τώρα απομακρύνθηκε. Δεν την είδε στο πρόσωπο. Ο πόνος στο κεφάλι τον είχε αποτελειώσει τις τελευταίες μέρες. Ξαφνικά άλλα δυο πόδια. Προφανώς ανδρικά. Σηκώνει αργά το κεφάλι κοιτώντας τον. Μακριά γενειάδα, παντελόνι με ρίγες, γύρω στα 40. Με μισό τσιγάρο που έχει σβήσει. «Μου δίνεις λίγο τον αναπτήρα», του λέει. Του τον δίνει. Απομακρύνεται κι εκείνος. Σταματάει τρία μέτρα πιο εκεί. Με ένα σβηστό μισόγελο σαν να τον χλευάζει. «Τι τρέχει ρε φίλε, ψάχνεις κάτι», του κάνει ο Ιάσονας. «Καλά αγοράζει ακόμα ο κόσμος κουρδιστά αεροπλανάκια;» τον ρωτάει. Εκείνος, ανταποδίδοντας το χαμόγελο, σκύβει κοιτώντας το πεζοδρόμιο.
Εχθές και προχθές είχε κάτσει σπίτι. «Και σήμερα δεν έπρεπε να βγω» συμπέρανε βλέποντας την πραμάτεια του να ξεκουρδίζεται. Όταν και το τελευταίο παιχνιδάκι έμεινε ακίνητο σηκώθηκε. Τα μάζεψε βάζοντάς τα με υπομονή στα κουτιά τους. Άλλη μια μέρα χαμένη. Ένοιωσε σαν παρωρίτης άσκοπων εξόδων. Άναψε άλλο ένα τσιγάρο, σήκωσε την μεγάλη μπλε σακούλα και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Το σπίτι του απείχε δέκα λεπτά με τα πόδια. Δεν είχε ομπρέλα και το ψιλόβροχο τον είχε μουσκέψει για τα καλά. Θυμήθηκε τον ποιητή. «Ω λυκόφως, δίκαιη ώρα, που στα πιο ταπεινά πράγματα δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα» και συνέχισε κατηφορίζοντας.
Ξαφνικά, όλα άρχισαν να μοιάζουν πρόωρα και συνάμα καθυστερημένα, φουτουριστικά και συνάμα παλιομοδίτικα στο διάβα του.
Φτάνοντας σπίτι ο πονοκέφαλος είχε ενταθεί. Ξάπλωσε στο κρεβάτι βρεγμένος. Η διάθεσή του ήταν άδεια. Κάθε κίνηση, περιττή. Μόνο η φαντασία του δούλευε ασταμάτητα. Αισθανόταν, δίχως αιτία, λίγο ντροπιασμένος.
Άρχισε να σηκώνεται σιγά σιγά. Στάθηκε λίγο στα πόδια του. Το δωμάτιο στριφογύρισε. Ζαλίστηκε και η ζάλη τού έφερε μια λιγοψυχία. Ένας δυνατός πόνος στο σβέρκο και ένα σφίξιμο στο αριστερό μέρος του θώρακα. Έπεσε στα γόνατα. Μπόρεσε να τρέξει μπουσουλώντας προς την βρύση στο κουζινάκι. Έχασε τις αισθήσεις του, έπεσε με το κεφάλι και σωριάστηκε στα πλακάκια.
Τώρα βλέπει φώτα πολλά στον ουρανό με διάφορα χρώματα. Σαν πυροτεχνήματα σε γιορτή. Και νερά που δραπετεύουν από σιντριβάνια και χορεύουν μια περίεργη μουσική. Η κίνηση του νερού ακολουθεί τις νότες. Λάμπουν πολλά φεγγάρια σε αυτή την παράξενη γιορτή και όλα μοιάζουν ελεύθερα. «Ιάσωνα, Ιάσωνα», φώναζουν δύο παιδιά με κόκκινα μπαλόνια. Κι έπειτα χάνονται στο πεζοδρόμιο. Ο αέρας είναι ορατός και κάνει χορευτικές φιγούρες. Μυρίζει θυμάρι. Κανένας θόρυβος δεν ακούγεται. Κατά μήκος του πεζοδρομίου υπάρχουν βιτρίνες με παράξενα παραδείσια πουλιά. Οι σκιές των δύο παιδιών ακόμη αχνοφαίνονται. Τρέχει να τα πλησιάσει. Αγκομαχάει, λαχανιάζει εγκαταλείποντας την προσπάθεια.
Κάθεται να ξαποστάσει σε ένα παγκάκι. Είναι στάση λεωφορείου. Κάποιος τον πλησιάζει. «Φίλε δεν υπάρχει συγκοινωνία πλέον εδώ, άδικα περιμένεις». Μια πορτοκαλί λάμπα φωτίζει τα πόδια του που η σκιά τους τα κάνει τεράστια. Πάλι είναι μόνος. Πέντε άτομα που περιμένουν στην στάση σουλατσάρουν αργά στον δρόμο. Φαίνονται σαν σκιές και έχουν το ίδιο βήμα.
Ανασηκώνει το κεφάλι του κοιτώντας απορητικά το θέαμα. Δεν πονάει πια. Όλα στον ουρανό είναι μαύρα. Κοιτάζει πάλι τον ίσκιο των ποδιών του. Δεξιά του, η μπλε σακούλα. Την αδειάζει. Κάποια αεροπλανάκια τουμπάρουν ανάποδα. Δύο δεν έχουν φτερά και σε μερικά άλλα έχει σπάσει το πίσω μέρος. Όλα είναι ακίνητα. Ψάχνει απεγνωσμένα την σακούλα μήπως βρει τα κουρδιστήρια τους. Πουθενά. Δύο πόδια καλύπτουν τον ίσκιο των ποδιών του. «Φίλε, όλα είναι σταματημένα, δεν περνάει λεωφορείο πια από εδώ», κάποια φωνή πάλι. «Πήγαινε να περπατήσεις με τους άλλους αν θέλεις».
Γέρνει το σώμα του στην πλάτη ξύλινου καθίσματος και με το κεφάλι να κρέμεται κοιτάει πάλι ψηλά στον ουρανό.
Στον ημισφαιρικό θόλο που φαίνεται να σχηματίζεται αχνοφαίνονται μερικά άστρα.
Τώρα φαίνεται κι ένα γαλάζιο κουρδιστό αεροπλανάκι να πετάει ήρεμα.
Σίμος Ιωσηφίδης 🌹





Comments