Η ποίηση των likes Σακελλάρης Καμπούρης 🌹
- ΣΑΚΕΛΛΑΡΗΣ ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ

- 2 days ago
- 5 min read

Πολλοί αναγνώστες της ποίησης αισθάνονται σήμερα ότι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης παραγωγής κινείται γύρω από επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όπως μοναξιά, έρωτας, ψυχικά τραύματα, αυτοαναφορικότητα, κοινωνική απογοήτευση, γραμμένα με γλώσσα άμεση, χωρίς ιδιαίτερη τεχνική επεξεργασία ή γλωσσική τόλμη. Όμως, αρκετοί από αυτούς τους ποιητές αποκτούν κοινό πολύ ευρύτερο από εκείνο που είχαν παλαιότερα ακόμη και αξιόλογοι δημιουργοί.
Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους μαζί, επειδή έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η τέχνη μέσα στην κοινωνία.
Πρώτα απ’ όλα, η εποχή ευνοεί την αμεσότητα και όχι τη βραδεία ανάγνωση. Η ποίηση κάποτε απαιτούσε προσήλωση, παιδεία, επαφή με την παράδοση, εξοικείωση με συμβολισμούς, μέτρο, υπαινιγμό. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης λόγου γίνεται μέσα από οθόνες, γρήγορα και αποσπασματικά. Ένα σύντομο, απλό ποίημα που διαβάζεται σε δέκα δευτερόλεπτα ή και σεντόνι αν είναι(εξηγώ παρακάτω γιατί...), έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να διαδοθεί από ένα πυκνό και απαιτητικό κείμενο. Η ίδια η αρχιτεκτονική των κοινωνικών δικτύων ευνοεί αυτό που είναι άμεσα συγκινησιακό και εύκολα αναπαραγώγιμο.
Έπειτα, πολλοί σύγχρονοι ποιητές δεν επιδιώκουν πια την αισθητική κορύφωση αλλά την αναγνωρισιμότητα της εμπειρίας. Ο αναγνώστης δεν ζητά απαραίτητα υψηλή τέχνη, αλλά ζητά να δει τον εαυτό του μέσα στο κείμενο. Ένα απλό στιχούργημα όπως «κουράστηκα να αγαπώ ανθρώπους που φεύγουν» μπορεί να θεωρηθεί ποιητικά κοινότοπο, αλλά χιλιάδες άνθρωποι θα πουν «αυτό νιώθω κι εγώ». Η ταύτιση συχνά υπερισχύει της λογοτεχνικής ποιότητας.
Υπάρχει επίσης μια βαθύτερη πολιτισμική μετατόπιση: η αυθεντικότητα θεωρείται σημαντικότερη από τη μορφή. Ο σύγχρονος άνθρωπος υποψιάζεται το περίτεχνο, το συνδέει με επιτήδευση ή ελιτισμό. Αντίθετα, ο εξομολογητικός, «ακατέργαστος» λόγος εκλαμβάνεται ως ειλικρινής. Ακόμη κι όταν είναι τεχνικά αδύναμος, δίνει την εντύπωση προσωπικής αλήθειας. Αυτό δημιουργεί μια νέα αισθητική, όπου η απλότητα βαφτίζεται αλήθεια και η αδεξιότητα εμφανίζεται ως γνησιότητα.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η αποδυνάμωση των αυστηρών λογοτεχνικών κριτηρίων. Παλαιότερα υπήρχαν περιοδικά, κριτικοί με κύρος που γνώριζαν, κύκλοι λογοτεχνών που δεν στόχευαν σε δημόσιες σχέσεις, εκδοτικοί μηχανισμοί που λειτουργούσαν, σωστά ή λάθος, σαν φίλτρα. Σήμερα οποιοσδήποτε μπορεί να δημοσιεύσει στίχους και να αποκτήσει κοινό χωρίς να περάσει από καμία διαδικασία αξιολόγησης. Αυτό έχει μια δημοκρατική πλευρά, αλλά και μια συνέπεια: η διάκριση ανάμεσα στην ποίηση, το ημερολόγιο και το συναισθηματικό σύνθημα γίνεται συχνά θολή.
Ταυτόχρονα, η έννοια του «θαυμαστή» έχει αλλάξει. Παλαιότερα ο αναγνώστης ακολουθούσε το έργο. Σήμερα συχνά ακολουθεί το πρόσωπο. Ο ποιητής λειτουργεί ως δημόσια περσόνα: φωτογραφίες, βίντεο, αναρτήσεις, συναισθηματική εγγύτητα με το κοινό.
Η δημοφιλία δεν χτίζεται μόνο από το κείμενο αλλά από ολόκληρη την εικόνα του δημιουργού. Έτσι, ένας μέτριος ποιητής με ισχυρή διαδικτυακή παρουσία μπορεί να γίνει πολύ πιο γνωστός από έναν εξαιρετικό αλλά αφανή τεχνίτη του λόγου.
Υπάρχει ακόμη κάτι ουσιαστικότερο: οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναζητούν στην ποίηση αισθητική τελειότητα αλλά παρηγοριά. Η ποίηση λειτουργεί συχνά σαν συναισθηματικό καταφύγιο. Σε εποχές άγχους, μοναξιάς και κοινωνικής αποσύνδεσης, ένα απλό κείμενο που μιλά άμεσα για πόνο ή αγάπη μπορεί να έχει τεράστια απήχηση, ακόμη κι αν λογοτεχνικά είναι αδύναμο.
Ο αναγνώστης δεν εξετάζει αν ο στίχος είναι πρωτότυπος, εξετάζει αν τον ανακουφίζει γι αυτό, φταίει κι αυτός περισσότερο απο τον δημιουργό, γιατί δεν αντιλαμβάνεται την τέχνη, αλλά έχει άλλα κριτήρια, που τον απομακρύνουν απο την αλήθεια της δημιουργίας. Είναι σα να λέμε, εθισμένος στην "τέχνη του καναπεδοφραπέ"... και "καναπεδοφραπέδες" υπάρχουν και δημιουργοί και αναγνώστες πολλοί.
Βέβαια, χρειάζεται προσοχή σε μια γενίκευση. Κάθε εποχή παραπονιόταν για τη «φτώχεια» της σύγχρονής της ποίησης. Ακόμη και σημαντικοί ποιητές του παρελθόντος κατηγορήθηκαν ως απλοϊκοί ή παρακμιακοί από τους συγχρόνους τους. Παράλληλα, και σήμερα υπάρχουν εξαιρετικοί ποιητές με βαθιά γλωσσική καλλιέργεια και ουσιαστική πρωτοτυπία, απλώς συχνά δεν είναι οι πιο προβεβλημένοι.
Ίσως λοιπόν το ζήτημα δεν είναι ότι «η ποίηση χάλασε», αλλά ότι άλλαξε το κέντρο βάρους της. Από την τέχνη της γλώσσας μετατοπίστηκε δηλαδή, προς την άμεση συναισθηματική επικοινωνία. Το αν αυτό είναι παρακμή ή φυσική εξέλιξη, εξαρτάται από το τι ζητά κανείς από την ποίηση.
Τα social media, λειτουργούν με κριτήριο όχι την ποιότητα αλλά την αλληλεπίδραση. Ο αλγόριθμος «ανταμείβει» ό,τι προκαλεί άμεσο συναίσθημα, γρήγορη ταύτιση, εύκολη αναπαραγωγή. Ένα ποίημα τεχνικά σύνθετο, με υπαινιγμούς, γλωσσικές στρώσεις ή ρυθμική πειθαρχία απαιτεί χρόνο και εσωτερική εργασία από τον αναγνώστη. Αντίθετα, ένα απλό και συναισθηματικά ευθύ ποίημα καταναλώνεται αμέσως και μεταδίδεται εύκολα.
Το μέσο επηρεάζει και τη μορφή του ίδιου του λόγου. Ο ποιητής γνωρίζει πλέον ότι πιθανόν θα διαβαστεί μέσα σε μια οθόνη κινητού, ανάμεσα σε διαφημίσεις, βίντεο και ειδήσεις. Άρα συχνά γράφει για να «σταματήσει το σκρολάρισμα» και όχι για να αντέξει στον χρόνο. Αυτό οδηγεί σε στίχους που λειτουργούν σαν αποφθέγματα ή συναισθηματικά συνθήματα: μικρές, άμεσες φράσεις με έντονη συναισθηματική φόρτιση ή ακόμα και σε ποιήματα σεντόνια, με κουραστικούς βερμπαλισμούς και επαναλήψεις, μονο και μόνο επειδή θαρρεί ο δημιουργός οτι έτσι καλύπτει μεγάλο μέρος συναισθηματικής και εξομολογητικής ακρίβειας. Η μαγεία και η τεχνική όμως της ποίησης, βρίσκεται στην αφαίρεση, γιατί έτσι ορίζει η δυσκολότερη των τεχνών.
Υπάρχει κι ένα ακόμη στοιχείο: η τεχνική ποιότητα δεν είναι πάντοτε εύκολα αναγνωρίσιμη από το ευρύ κοινό. Για να εκτιμήσει κανείς πραγματικά τη δομή, τον ρυθμό, τη διακειμενικότητα, τη γλωσσική οικονομία ή την πρωτοτυπία ενός ποιήματος, χρειάζεται κάποια αναγνωστική καλλιέργεια. Η άμεση συγκίνηση όμως γίνεται αντιληπτή από όλους. Έτσι, το κοινό συχνά επιβραβεύει αυτό που αισθάνεται αμέσως και όχι αυτό που είναι τεχνικά ανώτερο.
Τα social media επίσης δημιουργούν μια ψευδαίσθηση λογοτεχνικής αξίας μέσω αριθμών. Τα likes, οι κοινοποιήσεις και οι ακόλουθοι λειτουργούν σαν υποκατάστατο κριτικής. Ένα ποίημα με δεκάδες χιλιάδες αντιδράσεις αποκτά κύρος απλώς επειδή έγινε ορατό. Η δημοφιλία εκλαμβάνεται ως απόδειξη ποιότητας, ενώ στην πραγματικότητα συχνά αποδεικνύει μόνο επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα.
Κάτι ακόμη αρκετά ουσιαστικό: τα κοινωνικά δίκτυα ευνοούν την προσωπικότητα περισσότερο από το έργο. Ο αναγνώστης δεν ακολουθεί μόνο στίχους, ακολουθεί πρόσωπα, ιστορίες, ψυχολογικές εξομολογήσεις, αισθητική εικόνα, δημόσιο ύφος, απαντήσεις στα σχόλια(καλημέρες-καληνύχτες κτλ.). Έτσι ένας μέτριος ποιητής με ισχυρή διαδικτυακή παρουσία μπορεί να αποκτήσει τεράστια απήχηση, ενώ ένας σπουδαίος αλλά εσωστρεφής δημιουργός να παραμένει σχεδόν αόρατος.
Βέβαια, υπάρχει και η άλλη πλευρά: τα ίδια μέσα έδωσαν φωνή σε ανθρώπους που παλαιότερα δεν θα είχαν ποτέ πρόσβαση στη δημοσίευση. Μέσα στον τεράστιο θόρυβο εμφανίζονται και πραγματικά αξιόλογες φωνές φυσικά. Όμως το πρόβλημα είναι ότι σήμερα η προβολή και η αξία δεν συμπίπτουν πάντα.
Ίσως λοιπόν η βασική διαφορά είναι αυτή:
παλαιότερα η ποίηση προσπαθούσε να ανέβει προς τον αναγνώστη, ενώ σήμερα συχνά κατεβαίνει προς την αμεσότητα του κοινού και προς τους ρυθμούς των μέσων που τη μεταφέρουν.
Το άλλο δε που κυκλοφορεί ευρέως, είναι η «διδαχή» στη γραφή και η «εκπαίδευση» στην κριτική σκέψη της λογοτεχνίας, λες και μέσα από πεντάλεπτα βίντεο και διαδικτυακά τσιτάτα ή έστω δια γραπτών οδηγιών, μπορεί κανείς να κατασκευάσει ποιητές, ζωγράφους και κριτικούς, όπως κατασκευάζονται πρόχειρα έπιπλα με οδηγίες χρήσεωςΜην αυταπατάσθε, τα λεφτά σας θέλουνε...
Η τέχνη όμως δεν μεταδίδεται με tutorials, ούτε η πνευματική καλλιέργεια αποκτάται με likes και συνδρομές. Αν ήταν έτσι, σε λίγο θα ξεφυτρώνουν από τα social και χειρουργοί, παπάδες, φιλόσοφοι και προφήτες της συμφοράς, όλοι με πιστοποίηση αυθεντίας και μηδενικό βάθος.
μετά απο παρατήρηση χρόνων και εμπειρίας στo facebook
Σακελλάρης Καμπούρης
εικόνα Φ.Κοράλης




Comments