top of page

Το πιο έξυπνο λάμα του Μάτσου Πίτσου

«Όσο ο κίνδυνος μεγαλώνει, τόσο η σωτηρία πλησιάζει.»

Φρήντριχ Χαίλντερλιν, Γερμανός ποιητής (1770-1843)

Περού, Μάτσου Πίτσου, 15:00, 8 Αυγούστου 2025

Ο τριαντάχρονος ψηλός μελαχρινός φωτογράφος, έβγαζε την μια φωτογραφία μετά την άλλη, με την επαγγελματική μηχανή του, μάρκας Sony Alpha 7 Mark III. Βρίσκονταν μπροστά στην Ιντιουατάνα, την γρανιτένια τελετουργική πέτρα, στο ψηλότερο σημείο του Μάτσου Πίτσου. Ο χρυσαφένιος ήλιος βρίσκονταν στο απόγειο του, καθώς οι ζωογόνες ακτίνες του έραιναν την αρχαία πόλη του Μάτσου Πίτσου, σε υψόμετρο δύο χιλιάδων εφτακοσίων μέτρων. Η χαμένη πόλη των Ίνκας είχε χτιστεί στην αφιλόξενη Σιέρρα Βιλκαμπάμπα, στην αριστερή όχθη του παραπόταμου του Βιλκανότα, Ουρουμπάμπα, ανάμεσα στους γρανιτένιους όγκους των βουνών Μάτσου Πίτσου, Ουαϊνα Πίτσου, Πάτσα Μάμα και Σερόκ Πούκιο. Η πόλη ήταν θεμελιωμένη πάνω σε μια πολύ στενή κύρτωση του ορεινού όγκου της Σιέρρα και παντού τριγύρω της υπήρχε πυκνή τροπική χλωρίδα και πανίδα. Το Μάτσου Πίτσου απέχει περίπου ογδόντα χιλιόμετρα από την πόλη Κούσκο, την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Ίνκας. Είναι ιδιαίτερη πόλη, καθώς οι Ίνκας για να είναι σίγουροι πως το Μάτσου Πίτσου δεν θα καταστρέφονταν από τις συχνές βροχοπτώσεις και τις κατολισθήσεις που τις ακολουθούσαν, το οικοδόμησαν με έναν πρωτοποριακό τρόπο. Έφτιαξαν και από τις δύο πλαγιές παρτέρια σαν γιγαντιαία σκαλοπάτια, που ανέβαιναν βαθμιαία μέχρι που έφταναν στο επίπεδο της πόλης, στην κορυφή του οροπεδίου. Αυτά τα παρτέρια τα γέμισαν με διαφορετικά δομικά υλικά με αποτέλεσμα να συγκρατούν το βρόχινο νερό αλλά και να είναι μια εύφορη λωρίδα γης, όπου φύτρωναν πανύψηλα καλαμπόκια και δυναμωτική κινόα που έτρεφε για αιώνες τους αρχαίους κατοίκους της χαμένης πόλης.

Σήμερα ανάμεσα στους γρανιτένιους όγκους του Μάτσου Πίτσου συνωστίζονταν χιλιάδες τουρίστες από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, με τα φλας από τις ψηφιακές φωτογραφικές τους μηχανές να αναβοσβήνουν χωρίς σταματημό. Μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα εθνικοτήτων βρέθηκε και ο Αχιλλέας. Είχε καταφέρει και είχε επιλεγεί από το περιοδικό του, για να βγάλει φωτογραφίες του αρχαιολογικού χώρου του Μάτσου Πίτσου, το οποίο ήταν Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Ένα όνειρο για έναν φωτογράφο που μόλις ξεκινούσε την καριέρα του.

Τα λεπτά, έγιναν ώρες και οι φύλακες της πόλης των Ίνκας, με τις πράσινες στολές τους, πλησίασαν τον Αχιλλέα. Μαζί τους ήταν και μια νεαρή περουβιανή ξεναγός. Ο μουσάτος νέος άντρας συνέχισε να βγάζει φωτογραφίες, κάνοντας πως δεν τους είδε.

«Κύριε Αχιλλέα, ήρθε η ώρα να αποχωρήσετε από την αρχαία πόλη μας», είπε η μικροκαμωμένη μελαχρινή κοπέλα σε σπαστά αγγλικά. Ένα καλοσυνάτο χαμόγελο κοσμούσε το πρόσωπο της. Όμως, από πίσω της, οι δυο γεροδεμένοι φύλακες, δεν είχαν τις ίδιες ευχάριστες διαθέσεις.

Ο Αχιλλέας πρόσεξε πως ο πορτοκαλί δίσκος του ήλιου έδυε και πως αυτός ήταν ο τελευταίος τουρίστας στο μνημείο των Ίνκας. Είχε παραμείνει περισσότερο από όσο έπρεπε. Τον είχαν προειδοποιήσει πως δεν επιτρέπονταν οι επισκέπτες στο μνημείο την νύχτα. Αυτός όμως ήθελε να βγάλει μια νυχτερινή λήψη το Μάτσου Πίτσου με φόντο την άλικη πανσέληνο. Μια λυχνία πυρακτώσεως άναψε στο παμπόνηρο μυαλό του καθώς μια ιδέα γεννήθηκε.

«Φεύγω, σας ευχαριστώ για την κατανόηση», είπε σε άπταιστα αγγλικά και άρχισε να κατηφορίζει με γοργό βήμα περπατώντας ανάμεσα στα μεγαλιθικά μνημεία και τα καταπράσινα παρτέρια που βρίσκονταν ολόγυρα του. Καθώς έβαζε την φωτογραφική μηχανή του στην δερμάτινη θήκη της, συνειδητοποίησε πως τα ακάλυπτα πόδια και τα χέρια του ήταν γεμάτα με κόκκινα στίγματα από τα κουνούπια των Άνδεων. Τον είχε προειδοποιήσει ο εκδότης της τοπικής εφημερίδας του Κούζκο να φορέσει μακριά ρούχα και να βάλει εντομοαπωθητικό jungle 4. Δυστυχώς δεν τον άκουσε και φόρεσε ένα κοντό μαύρο σορτσάκι, μια μαύρη κοντομάνικη μπλούζα και τα αγαπημένα του κιτρινόμαυρα αθλητικά παπούτσια asics. Θα είχε παρηγοριά τον ανυπόφορο κνησμό που ήδη ένιωθε στα άκρα του.

Καθώς έφευγε, από τα νεύρα του κλότσησε μια μικρή πέτρα, η οποία χτύπησε ένα νεαρό λάμα, με ολόλευκο, μακρύ και πλούσιο τρίχωμα. Το τετράποδο είχε ύψος περίπου ένα μέτρο, με μεγάλα ψηλά άτριχα πόδια και με μια χαρακτηριστική μαύρη ρομβοειδή κηλίδα στο μέτωπο του. Το αρσενικό λάμα με το μακρύ λαιμό και τα όρθια και ευκίνητα αυτιά, δεν αντέδρασε, απλά τον κοίταξε θλιμμένο.

«Συγνώμη, δεν το ήθελα», ψέλλισε ο Αχιλλέας με ειλικρινή μεταμέλεια.

Καθώς έπεφτε το σούρουπο το ψηλό λάμα με τα μεγάλα καστανά μάτια του, κοιτούσε τον άνθρωπο που απομακρύνονταν.

Περού, Μάτσου Πίτσου, 23:00, 8 Αυγούστου 2025

Η πανσέληνος του Οξύρρυγχου, με το χαρακτηριστικό πορτοκαλοκόκκινο χρώμα της, είχε ξεπροβάλει πάνω από τον γρανιτένιο όγκο του Μάτσου Πίτσου καθώς ο Αχιλλέας είχε μόλις περάσει το μπλόκο των φυλάκων του αρχαιολογικού χώρου. Χάρη στην εκπαίδευση του στις ειδικές δυνάμεις και σε συνδυασμό με έναν φιλικό αγώνα ποδοσφαίρου μεταξύ Βραζιλίας και Αργεντινής, που παρακολουθούσαν οι φύλακες ασφαλείας στην μικρή τηλεόραση στο ξύλινο φυλάκιο τους, δεν έγινε αντιληπτός.

Σιγομουρμουρίζοντας τους στίχους του αγαπημένου του τραγουδιού «OUTLAW TORN» των METALLICA περπατούσε ανέμελος ανάμεσα στα ερείπια της πόλης των Ίνκας. Ήδη φαντάζονταν πως οι φωτογραφίες που θα τραβούσε, θα φιγούραραν στην πρώτη σελίδα του περιοδικού της Θεσσαλονίκης που εργάζονταν. Ποιος ξέρει μπορεί να γίνονταν και κάποιο αφιέρωμα στις σελίδες του National Geographic. Μπορούσε να ονειρεύεται σωστά;

Είχε φτάσει στην μέση του οροπεδίου όταν αμέριμνος πάτησε κάτι μαλακό που μπερδεύτηκε ανάμεσα στα πόδια του. Ένιωσε ένα δυνατό δάγκωμα στο δεξί του αστράγαλο και ένας οξύς πόνος διαπέρασε όλο το σώμα του. Έχασε την ισορροπία του και πριν πέσει πάνω στο γρανιτένιο έδαφος, είδε ένα ωχροκίτρινο φολιδωτό σώμα, με μήκος μικρότερο από ένα μέτρο, να απομακρύνεται. Δυο χρυσαφένια μάτια τον κοίταξαν για κλάσματα του δευτερολέπτου, πριν το νεαρό ερπετοειδές σώμα συρθεί ανάμεσα στα κλιμακωτά παρτέρια.

Προσπαθούσε να φωνάξει βοήθεια αλλά οι φωνητικές του χορδές είχαν ατονήσει σε μεγάλο βαθμό. Το σώμα του είχε νεκρώσει, το κεφάλι του ήταν λες και το χτυπούσαν ταυτόχρονα με χίλιες βαριοπούλες και η όραση του ασθενούσε αισθητά με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε.

Πριν λιποθυμήσει, είδε ένα κοντό και στενό κεφάλι λευκού λάμα, με την χαρακτηριστική μαύρη κηλίδα στο μέτωπο του, να τον κοιτάζει με καλοσύνη.

Περού, Κούσκο, 12:00, 9 Αυγούστου 2025

Στο περιφερειακό νοσοκομείο του Κούσκο, ο ανεμιστήρας οροφής προσπαθούσε να μετριάσει τον ανυπόφορο καύσωνα και την υπέρμετρη υγρασία που επικρατούσε στην πόλη των Άνδεων. Ο Αχιλλέας άνοιξε τα γαλανά μάτια του και αντίκρισε μια ψηλή μελαχρινή κοπέλα, που φορούσε μια ιατρική ρόμπα.

«Τυχερός ήσουν Αχιλλέα», είπε η ιατρός στην μητρική του γλώσσα.

«Ελληνίδα εδώ;»

Η γιατρός ξέσπασε σε γέλια. «Παντού υπάρχουν Έλληνες. Δήμητρα από Σπάρτη.»

Ο Αχιλλέας κοίταξε τριγύρω του και είδε πως βρίσκονταν σε ένα θάλαμο νοσοκομείου παρέα με άλλους πέντε ηλικιωμένους ντόπιους ασθενείς, που τον κοιτούσαν με περιέργεια. Πρόσεξε πως του είχαν βγάλει τα ρούχα του και φορούσε μια μπλούζα ασθενούς, με ανοιχτό το πίσω μέρος της. Ώστε να επιτρέπεται η εύκολη πρόσβαση στο σώμα του για την τοποθέτηση ορών, την αλλαγή επιδέσμων ή άλλων ιατρικών υπηρεσιών. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα σιδερένιο κρεβάτι και ένα πλαστικό σωληνάκι ξεκινούσε από το μπράτσο του και κατέληγε σε ένα πλαστικό μπουκάλι ιατρικού ορού. Το στρώμα του ήταν σαν τσιμέντο αλλά τα καθαρά λευκά σεντόνια του, μύριζαν έντονα λεβάντα.

«Αχιλλέας από Σβορώνο Πιερίας. Τι έπαθα Δήμητρα;»

«Σε δάγκωσε ένα φίδι, μια κοινή λογχοκέφαλη. Ήσουν άτυχος καθώς ήταν ένα νεαρό φίδι. Το δηλητήριο των νεαρών ερπετών είναι πιο φλεγμονώδες, θανατηφόρο και σκοτώνει πιο γρήγορα από αυτό των ενηλίκων. Αν το δηλητήριο εισέλθει στον οργανισμό μπορεί να προκαλέσει διάφορα συστηματικά και τοπικά συμπτώματα, όπως σοβαρή αιμορραγία, νεφρική ανεπάρκεια, ανώμαλη πήξη, φουσκάλες και νέκρωση. Το δάγκωμα μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αιμορραγία στο κεντρικό νευρικό σύστημα, η οποία οδηγεί ακόμη και σε θάνατο.»

«Με βρήκαν οι φύλακες:»

«Όχι ακριβώς», απάντησε χαμογελώντας η Δήμητρα. «Ένα λάμα σε άρπαξε από την μπλούζα σου και σε μετέφερε μέχρι το φυλάκιο. Είχες ένα τετράποδο άγγελο φύλακα. Ξεκουράσου Αχιλλέα, το έχεις ανάγκη.»

Η ιατρός πήγε να δει και τους υπόλοιπους ασθενείς του θαλάμου. Ο Αχιλλέας έκλεισε τα βλέφαρα του αλλά η σκέψη του γύριζε πίσω σε ένα λευκό λάμα με ευγενική καρδιά.

Πιερία, Λιτόχωρο, 14:00, 15 Αυγούστου 2025

Ο Αχιλλέας, άνοιξε τα παλιά ξύλινα παραθυρόφυλλα της μονοκατοικίας των παππούδων του. Αντίκρισε τον γρανιτένιο όγκο του Ολύμπου με ύψος δύο χιλιάδες εννιακόσια δεκαοχτώ μέτρα. Ο αυγουστιατικος μεσημεριανές ήλιος μεσουρανούσε και ένα δροσερό βουνίσιο αεράκι δρόσιζε τον οικισμό του Λιτοχώρου που βρίσκονταν σε υψόμετρο περίπου τριακοσίων μέτρων. Το σπίτι βρίσκονταν στις παρυφές του καταπράσινου δάσους, που κάλυπτε σαν μια πράσινωπη βελέντζα, τον ορεινό όγκο του πιο ψηλού βουνού της Ελλάδας.

Στην περιφραγμένη αυλή μπροστά του, το λευκό λάμα έπαιζε χαρούμενο με τα δυο καφέ καυκάσια σκυλιά του παππού του. Ενώ σε ένα άλλο κομμάτι της αυλής δεκάδες από τους συγγενείς του, ήταν καθισμένοι σε πλαστικά λευκά τραπέζια και καρέκλες πίνοντας και τρώγοντας τοπικά εδέσματα. Η υπέροχη τσίκνα από τα κρέατα και τον οβελία που ψήνονταν αργά, είχε κατακλύσει τους οσφρητικους κάλυκες των συνδαιτυμόνων. Ήταν δεκαπενταύγουστος και όλη η οικογένεια του, είχε μαζευτεί για να γιορτάσει την κοίμηση της Παναγίας και την σωτηρία του Αχιλλέα από βέβαιο θάνατο.

Το λάμα με το που αντιλήφθηκε τον Αχιλλέα παράτησε τους δύο τετράποδους φίλους του και άρχισε να τρίβει το κεφάλι του πάνω στο κεφάλι του Αχιλλέα. Ο άντρας του χάιδεψε τρυφερά τον λαιμό. Αφού το λάμα χόρτασε απο τα χάδια του Αχιλλέα συνέχισε το παιχνίδι του, κυνηγώντας τα δύο μεγαλόσωμα σκυλιά, συμπαρασύροντας τα πάντα στο διάβα τους.

Ο Αχιλλέας άκουσε την φωνή της γιαγιάς του, που τα φώναζε να είναι φρόνιμα. Θυμήθηκε πως έκανε η γιαγιά του, όταν είδε το λάμα. Το φοβόνταν στην αρχή αλλά τώρα είχαν γίνει αχώριστοι φίλοι. Ο Αχιλλέας κατάφερε να του δοθεί άδεια να πάρει την κηδεμονία του λάμα και να το μεταφέρει στην Ελλάδα. Ετοιμάστηκε γρήγορα ώστε να προλάβει να φάει κάτι, πριν τα εξαφανίσουν όλα οι συγγενείς του.

Πριν βγει από το δωμάτιο είδε την κορνίζαρισμενη φωτογραφία που έστεκε πάνω στο κομοδίνο του. Αναπαριστούσε το λάμα, τον Λεωνίδα, να σέρνει τον Αχιλλέα με φόντο την πόλη του Μάτσου Πίτσου και την ερυθρή πανσέληνο. Την είχε τραβήξει ένας φρουρός ασφαλείας και η φωτογραφία έγινε εξώφυλλο στο τεύχος του national geographic.

Γελώντας, ο Αχιλλέας βγηκε στην χαλικόστρωτη αυλή και αγκάλιασε τον τετράποδο φίλο του, που του είχε γλυτώσει την ζωή, στην χαμένη πόλη των Άνδεων.

Γιώργος Παλαιστής 🌹

Comments


bottom of page