top of page

Πότε θα ζούσε ευτυχισμένη;

Νύχτωσε γρήγορα.

Μια ήσυχη ημέρα πέρασε.

Έκανε τον σταυρό της.

Επιτέλους μετά από χρόνια ζούσε με ηρεμία.

Η δουλίτσα της ήταν με νόημα. Βοηθούσε ανθρώπους. .

Τι πιο όμορφο!

Το επέλεξε αργά .

Δεν είχε ευκαιρίες όπως άλλοι και αυτό την εμπόδισε στην σταδιοδρομία της.

Αν αγαπάς αληθινά κάτι το κυνηγάς. Έτσι έπραξε.

Κάθε μέρα στο γραφείο της άκουγε προβλήματα με ενδιαφέρον.

Είχε γίνει ενεργή ακροάτρια.

Με δυο κουβέντες της που ήταν μετρημένες, έδινε ανακούφιση. Άλλωστε τα πολλά λόγια ήταν φτώχεια.

Η ζέστη κούπα έκαιγε το χέρι της. Άφησε απότομα τον καφέ στο χαμηλό τραπέζι.

Ο καναπές υποδέχτηκε την λεπτή σιλουέτα της.

Αφαίρεσε τα γυαλιά αστιγματισμού από το ροδαλό πρόσωπο της, χωρίς να το σκεφτεί.

Το τσακ του αναπτήρα έσπασε την ησυχία.

Το τσιγάρο ακούμπησε τα χείλη, που γνώρισαν άπειρα σαν αυτό.

Από είκοσι εφτά χρονών ήταν συστηματικά καπνίστρια.

Δεν είχε σκοπό να το κόψει.

Ακούμπησε την πλάτη της πίσω. Όπως ένιωσε χαλάρωση, βγήκε η κούραση μονομιάς. Ένα ποτήρι κρασί χρειαζόταν.

Μέσα σε δύο λεπτά αποκοιμήθηκε. Το τσιγάρο έπεσε στον καναπέ. Ονειρευόταν.

Ήταν δέκα χρονών.

Με το ποδήλατο της έτρεχε στη παλιά γειτονιά.

Το χωριό τότε είχε ζωή.

Ο ήλιος γέμιζε κάθε δρόμο.

Η μικρή πλατεία ήταν γεμάτη λουλούδια, δέντρα και μια βρύση που έπιναν νερό. Ελεύθερη έκανε τον άνεμο δύναμη και έτρεχε περισσότερο. Μια μυρωδιά καμένου την ξύνισε. Ο θείος της κάτι έκαιγε; Το καλοκαίρι δεν έκανε έτσι.

Τινάχτηκε και άρπαξε το τσιγάρο. Ευτυχώς δεν έγινε κάτι σοβαρό. Μονάχα άνοιξε μια τρυπούλα στο μαξιλάρι. Άνοιξε την τζαμαρία ζαλισμένη και το έβγαλε έξω .

Το έβρεξε ελάχιστα για να κοιμηθεί ήσυχη.

Ακόμα κρύο είχε .

Μάρτιο μήνα και τέτοια ώρα δεν άντεχες χωρίς ζακέτα στη βεράντα. Τα φώτα της πόλης την μαγνήτισαν. Αναστέναξε.

Έσκυψε το κεφάλι.

Μπήκε μέσα. Άφησε τον καφέ και άνοιξε μπουκάλι.

Άφησε τον φελλό στην άκρη του πάγκου.

Άδειασε το ποτήρι και το πέταξε κάτω.

Έπινε λαίμαργα από το στόμιο του μπουκαλιού. Μέχρι που με το μανίκι της γκρι πιτζάμας σκουπίστηκε και κάλεσε τον Γιώργο.

Η κλήση σας προωθείται.

Το άφησε .

Έκλαιγε μέχρι που κοιμήθηκε.

Το πρωί στις εννιά είχε το πρώτο της ραντεβού. Άκουγε προσεκτικά. Στις δύο κλείδωσε το γραφείο. Όμως δεν άντεχε.

Δεν ήθελε να επιστρέψει σε άδειο σπίτι. Το μόνο που ονειρευόταν ήταν ένα ήρεμο σπίτι με αγάπη. Γιατί το είχε στερηθεί πολύ. Μα δεν ανταμείφθηκε ακόμη. Πότε θα ζούσε ευτυχισμένη;



Μαρίνα Παπαδοπούλου 🌹

 

Comments


bottom of page