Ο διωγμός των αναπήρων του Ελληνοϊταλικού πολέμου
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

- Dec 29, 2025
- 4 min read

30 Νοεμβρίου 1943, Ο διωγμός των ανάπηρων
του Ελληνοϊταλικού πολέμου
«Απαγορεύεται να σκοτώνεις. Γι’ αυτό, όλοι οι δολοφόνοι τιμωρούνται, εκτός αν σκοτώνουν σε μεγάλους αριθμούς και υπό τον ήχο σαλπίγγων.»
Βολταίρος, Γάλλος φιλόσοφος & συγγραφέας (1694-1778)
Αθήνα Νοσοκομείο Σωτηρία, 03:00 30 Νοεμβρίου 1943
Τα στρατιωτικά καμιόνια με χρώματα παραλλαγής, κινούνταν στους άδειους και σκοτεινούς δρόμους της κατεχόμενης πρωτεύουσας της Ελλάδας. Ήταν γεμάτα με τάγματα ασφαλείας, που αποτελούνταν από Έλληνες προδότες, συνεργάτες των ναζί. Τους οδηγούσε ο διοικητής των ες ες, συνταγματάρχης Γιούργκεν Στρόοπ, ο οποίος τον Απρίλιο του ίδιου έτους, είχε καταστρέψει ολοσχερώς την Ιουδαϊκή συνοικία της Βαρσοβίας, σκοτώνοντας πάνω από δεκατρείς χιλιάδες πολίτες της Πολωνίας, που είχαν Ιουδαϊκή καταγωγή.
Από πάνω τους, στον ιερό βράχο της ακρόπολης κυμάτιζε η ναζιστική σβάστικα και η σκιά της, καταδυνάστευε το ελεύθερο πνεύμα των Ελλήνων. Είχε αντικαταστήσει την γαλανόλευκη, παρότι την 27 Απριλίου 1941, με την είσοδο των γερμανικών τεθωρακισμένων στην Αθήνα, ο εύζωνας Κωνσταντίνος Κουκίδης, αρνήθηκε να παραδώσει την ελληνική σημαία στην Ακρόπολη, τυλίχτηκε με αυτήν και πήδηξε από τον ιερό βράχο. Ενώ την 30η προς 31η Μαΐου 1941, δυο Έλληνες αντιστασιακοί, ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας, σκαρφάλωσαν στην Ακρόπολη, κατέβασαν την ναζιστική σημαία και την έκαψαν.
Παρόμοια στρατιωτικά κομβόι κινούνταν προς τα υπόλοιπα δεκαοχτώ νοσοκομεία της Αθήνας, που στις κλίνες τους φιλοξενούσαν τους ανάπηρους του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Άντρες από κάθε γωνιά της Ελλάδας, που είχαν πολεμήσει στα χιονισμένα αφιλόξενα βουνά της Πίνδου, για την ελευθερία της πατρίδας τους. Τα κομμένα μέλη του σώματος τους, τα ξεριζωμένα μάτια τους και τα παραμορφωμένα πρόσωπα τους, ήταν η απόδειξη του θάρρους τους.
Το θάρρος τους όμως δεν είχε στερέψει, παρότι τα βαριά τραύματα τους. Τυφλοί, κουτσοί, με τα αναπηρικά καροτσάκια τους και με την βοήθεια των πρόθυμων νοσοκόμων είχαν πάρει μέρος σε κάθε διαδήλωση κατά των αδυσώπητων κατακτητών. Είχαν συμμετάσχει στις επετείους της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου, μαζί με τους κατοίκους της Αθήνας, καθώς και στην νικηφόρα κινητοποίηση της 5ης Μαρτίου 1943 που κατάργησε την επιστράτευση των Ελλήνων πολιτών στα γερμανικά εργοστάσια ή στο ανατολικό μέτωπο, όπου ο θάνατος τους περίμενε. Δυστυχώς όμως η συνεχόμενη παρουσία τους σε όλες τις διαδηλώσεις αλλά και ο θαυμασμός των υπόλοιπων Ελλήνων για το αδάμαστο πνεύμα τους, ήταν κάτι που δεν μπορούσαν να ανεχτούν πλέον οι Γερμανοί. Είχαν αποφασίσει να πάρουν δραστικά μέτρα.
Η δεκαοχτάχρονη Μαρία από το παράθυρο του δεύτερου ορόφου, ήταν η πρώτη που είδε τα πάνοπλα τάγματα ασφαλείας να εισέρχονται στο νοσοκομείο, κάτω από το χλωμό φως της πανσελήνου. Η νεαρή νοσοκόμα ούρλιαξε με όλη την δύναμη των πνευμονιών της, σημαίνοντας συναγερμό. Αγουροξυπνημένοι ιατροί, νοσηλευτές αλλά και ασθενείς δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τον επικείμενο θανατηφόρο κίνδυνο. Μέσα στο θολωμένο τους μυαλό φαντάστηκαν πως επίκειται κάποια επιδρομή των συμμαχικών αεροπλάνων, μια που τον τελευταίο καιρό είχαν αυξηθεί σε συχνότητα. Σημάδι της παραπαίουσας πολεμικής μηχανής των ναζί. Όταν όμως άρχισαν τα ουρλιαχτά και οι πυροβολισμοί, οι χειρότεροι φόβοι τους πραγματοποιήθηκαν. Προς τιμή τους, το ιατρικό προσωπικό του νοσοκομείου δεν εγκατέλειψε τους τραυματίες στην σκοτεινή τύχη τους. Όπως και οι τραυματίες δεν είχαν εγκαταλείψει τα βράχια της Πίνδου, μπροστά στα στίφη των Ιταλών. Τα τάγματα ασφάλειας όμως δεν φημίζονταν για την ευγένεια τους. Πυροβολούσαν και λόγχιζαν αδιακρίτως ανάπηρους και ιατρικό προσωπικό. Οι διάδρομοι του νοσοκομείου βάφτηκαν κατακόκκινοι από το αίμα των αναπήρων και του προσωπικού του νοσοκομείου. Ήταν τόση η μανία των εισβολέων που ξερίζωναν τα γυάλινα μάτια των ανάπηρων και έσπαζαν τα ξύλινα προσθετικά μέλη τους. Στη συνέχεια τους έσερναν έξω, με τα ματωμένα σώματα τους, να αφήνουν μια ερυθρή συνεχόμενη γραμμή πάνω στο δάπεδο, ενώ τα ουρλιαχτά τους αντηχούσαν στους σκοτεινούς διαδρόμους.

Η μελαχρινή Μαρία έριξε μια ματιά στον νεαρό λοχαγό τον Παναγιώτη που στηριζόμενος στην πατερίτσα του, προσπαθούσε να οργανώσει τους ανάπηρους άντρες του. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν και τα καστανά μάτια τους, είπαν τα πάντα. Δεν χρειάζονταν τίποτα άλλο, καθώς ήταν εραστές εδώ και αρκετούς μήνες. Άκουσε τα βαριά βήματα από τις αρβύλες τους, καθώς ανέβαιναν τις σκάλες. Άφοβη έκλεισε με το σώμα της, την είσοδο του δωματίου. Οι εισβολείς όμως δεν σεβάστηκαν το θάρρος της. Μετά από αρκετά χτυπήματα με τα κοντάκια των τυφεκίων τους, έπεσε ματωμένη στο κρύο δάπεδο. Το τελευταίο που είδε πριν λιποθυμήσει, ήταν τον Παναγιώτη να τον σέρνουν προς τις σκάλες.
Μετά από δύο ώρες, όλα είχαν τελειώσει και οι ανάπηροι μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο Χατζηκώστα και στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Πολλοί υπέκυψαν στα αφρόντιστα τραύματα τους, από ακατάσχετη αιμορραγία, πριν η πύρινη σφαίρα του ήλιου υψωθεί στον μακρινό ορίζοντα. Με το πρωινό ψύχος να τρυπάει τα κόκκαλα τους, διακόσιοι ογδόντα τρείς ανάπηροι, οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Είχαν επιζήσει από τα ομιχλώδη βουνά της Πίνδου του 1940, για να βρουν τον θάνατο κάτω από τον αττικό ουρανό.
Αθήνα Νοσοκομείο Σωτηρία, 13:45 30 Νοεμβρίου 2025
Η υπερήλικη μετρίου αναστήματος ασπρομάλλα κινούνταν με την βοήθεια του μπαστουνιού της, πάνω στο τσιμεντένιο μονοπάτι ανάμεσα στο κατάμεστο από επιβατικά οχήματα πάρκινγκ και το άλσος που περίκλειε το πολύβουο νοσοκομείο Σωτηρία. Το ελαφρό αεράκι που επικρατούσε κουνούσε ελαφρά τις καταπράσινες φυλλωσιές των πανύψηλων έλατων και πεύκων, που αποτελούσαν την ραχοκοκαλιά του πράσινου πνεύμονα του κέντρου της Αθήνας. Μαύρα σύννεφα είχαν καλύψει τον μεσημεριανό ήλιο. Δύο ψηλοί ηλικιωμένοι, μαζί με τις ασπρομάλλες γυναίκες τους, τα μεσόκοπα παιδιά τους, τα χαμογελαστά εγγόνια τους και τα χαρωπά δισέγγονα τους, παρακολουθούσαν την μητέρα τους να κατευθύνεται, προς το μνημείο των φονευθέντων, όπως έκανε κάθε χρόνο, τέτοια εποχή.
Μπροστά της υψώνονταν το μνημείο που είχε ανεγερθεί για τους διακόσιους ογδόντα τρείς ανάπηρους που θανατώθηκαν. Οχτώ μαρμάρινες στήλες ενωμένες μεταξύ τους, υψώνονταν προς τα μαύρα σύννεφα, που είχαν καλύψει τον μεσημεριανό ήλιο. Με μαύρα καλλιγραφικά γράμματα μνημόνευαν τα ονόματα των αντρών που εκτελέστηκαν άνανδρα. Η Μαρία άφησε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, πάνω στο ονοματεπώνυμο του Παναγιώτη, του πατέρα των δίδυμων αγοριών της.
Με τα λεπτεπίλεπτα δάκτυλα της άγγιξε τα γράμματα του ονόματος του. Η όλη προσπάθεια την κούρασε υπερβολικά. Δεν ήταν πλέον το νεαρό κοριτσάκι, είχε πλέον περάσει τα εκατό χρόνια ζωής. Αναρωτήθηκε πόσος χρόνος της έμεινε ακόμα πάνω σε αυτή την γη. Υπέθεσε πως σύντομα θα έσμιγε με τον Παναγιώτη. Ένα ζεστό χαμόγελο σχηματίστηκε στο κουρασμένο πρόσωπο της. Με μια υπερπροσπάθεια σηκώθηκε όρθια και με τρεμάμενα βήματα κατευθύνθηκε προς την οικογένεια της, που την περίμεναν με ανοιχτές αγκάλες.
Το βράδυ κοιμήθηκε με ηρεμία αλλά το επόμενο πρωί δεν ξύπνησε, καθώς ταξίδευε πλέον προς το φως.
ΤΕΛΟΣ
Γιώργος Παλαιστής 🌹




Comments