Αποτυπώσεις
- ΠΟΠΗ ΜΠΙΣΣΑ

- Jul 25, 2025
- 2 min read
Updated: Jul 29, 2025

Οι Αποτυπώσεις μου γεννήθηκαν σ’ ένα εργαστήρι τέχνης.
Τότε που η εικόνα της θάλασσας δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό μου.
Τότε κατάλαβα πως έπρεπε να την ακολουθήσω, να κολυμπήσω στα κύματά της.
Κι η θάλασσά μου θέριεψε.
Κι έγινε κύμα, έγινε ήχος, έγινε σταγόνα, θύελλα, βυθός.
Και βυθίστηκα μαζί της.
Έγινα ένα με τη σαγήνη και την ομορφιά της.
Άρχισα λοιπόν ν’ αποτυπώνω τις θαλασσινές μου εικόνες στον καμβά.
Και κάθε που ατένιζα μια άλλη θάλασσα το χτυποκάρδι μου δεν έλεγε να σταματήσει.
Έγινε η φωνή μου, η ματιά μου.
Με το πινέλο αποτύπωνα το τοπίο της. Άλλοτε τοπίο γαλήνιο κι άλλοτε τοπίο φουρτουνιασμένο. Και μαζί του ήχοι και λέξεις. Λέξεις που ξεδίπλωσαν κόσμους ονειρικούς.
Με χρώματα κι αισθήσεις. Κι η ζεστή έμπνευση όλο και πλημμύριζε μ’ ένα αίσθημα ελευθερίας. Οι λέξεις έγιναν στίχοι που συνόδευαν το τοπίο του καμβά και «ξεδίπλωναν χρώματα και κόσμους που υπάρχουν για μένα μόνο».
Στις θάλασσές μου αντίκριζα την ψυχή μου κι η ψυχή μου έβρισκε γαλήνη μονάχα στον καμβά και στο ποιητικό χαρτί.
Μα δεν έλεγε να κοπάσει η φουρτούνα της ψυχής αποτυπώνοντας τα θαλασσινά τοπία. Ανδρώθηκε σαν το κύμα της και φανέρωσε μια άλλη δυναμική. Τη δυναμική της επιφάνειας και του αέναου ήχου της. «Ήχοι από στάλες πράσινες και κόκκινες και μαύρες».
Συνέχισαν οι Αποτυπώσεις μου ανιχνεύοντας τη δομή του νερού και της σταγόνας.
Στον καμβά πρόσθεσα τη λέξη ως τη φωνή της θαλασσινής μου ελευθερίας.
Και κάθε εικόνα πλέον ζωντάνευε με τον ήχο που δημιουργεί ο στίχος ως η ποιητική μου ταυτότητα.
Περιδιάβαζα λοιπόν, για πολύ καιρό στις Θάλασσες του Κόσμου καταγράφοντας τις ζωγραφικές και λεκτικές μου εικόνες.
Και πλάι στο υδάτινό μου καταφύγιο υψώθηκαν κάποια ανύποπτη στιγμή πλαγιές, ασβεστώματα κι επιφάνειες.
Και με παρέσυραν στο διάβα τους. Κι η ποιητική φωνή μέθυσε και πάλι με μια γήινη μέθη.
Που άγγιξε τον ουρανό καθώς το βουνό μου υψώνεται από την αγαπημένη γη, σεμνό, κι ακουμπάει τον ουρανό. Και κοίταζα γύρω κι η ματιά μου αντίκρισε το φως, τα σύννεφα, το σπουργίτι και τη σιωπή. Συνέχισα λοιπόν τις Αποτυπώσεις μου με την ψυχή μου να περιδιαβάζει και να εστιάζει στη γαλήνη της ζωής. Συντροφιά με τα παιδιά μου που πλάτυναν γλυκά τον ποιητικό μου κόσμο.
Κι η τόση ομορφιά γέννησε και πάλι στίχους.
Μα μια μέρα του Φλεβάρη, η ψυχή μου άκουσε τον «ήχο από σίδερα κι οχήματα που παλεύουν στο σκοτάδι». Ένα ήχο χωρίς τον ρυθμό της μουσικής.
Τον ήχο που βίασε τις ζωές των ανθρώπων κι οδήγησε τον ποιητικό μου καμβά στη λάβα που έκαιγε τις ψυχές, σε μια γυναίκα μ’ ένα σκουφί στο χρώμα του αίματος. Τη γυναίκα της Μαριούπολης. Εικόνες τραγικές, εικόνες αληθινές.
Κι έγραψα για όσα η καρδιά μου στέναζε με την ελπίδα να βρω λυτρωμό.
Αυτό αποζητάω σ’ αυτόν τον κόσμο.
Να μιλάω για χρώματα κι αισθήματα με την ελπίδα η φωνή μου να ανατρέψει το σκοτάδι και να ανασύρει απ’ τα βάθη την πνοή.
🌹Πόπη Μπίσσα




Comments