14/08/1974 Κύπρος χωριό Τζιάος.
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

- 6 days ago
- 7 min read

14/08/1974 Κύπρος, χωριό Τζιάος.
Ένα τσιγάρο πριν τον Θάνατο
«Ουδείς γαρ ούτω ανόητος εστί όστις πόλεμον προ ειρήνης αιρέεται· εν μεν γαρ τη οι παίδες τους πατέρας θάπτουσι, εν δε τω οι πατέρες τους παίδας.
Κανένας δεν είναι τόσο ανόητος ώστε να προτιμά τον πόλεμο από την ειρήνη. Στην ειρήνη, οι γιοι θάβουν τους πατεράδες τους. Στον πόλεμο, οι πατεράδες θάβουν τους γιους.»
Ηρόδοτος, Αρχαίος Έλληνας ιστοριογράφος (480-420 π.Χ.)
Κύπρος, Νέο Χωριό Κυθρέας, 20 Ιουλίου 1974
Οι σειρήνες της αεράμυνας ηχούσαν από τα ξημερώματα, καθώς η νήσος της Μεγαλόνησου συνταράσσονταν από εκρήξεις και εστίες φωτιάς είχαν ξεσπάσει στα χωριά και τις πόλεις της βόρειας Κύπρου. Πριν ο ήλιος χαράξει στο ουράνιο στερέωμα η Τουρκία είχε επιτεθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ένας γιγαντιαίος στόλος από φρεγάτες, αντιτορπιλικά, υποβρύχια και αποβατικά τελευταίας τεχνολογίας, είχε αποπλεύσει τη νύχτα από το λιμάνι της Μερσίνας, υπό την κάλυψη πολεμικής άσκησης, με στόχο την απόβαση στην παραλία Πέντε μίλι κοντά στην Κερύνεια. Το κυπριακό ναυτικό είχε να αντιτάξει τις τορπιλακάτους Τ/Α-1 και Τ/Α-3, σοβιετικής κατασκευής P4 κλάσης των εικοσιπέντε τόνων, παλαιάς τεχνολογίας, χωρίς μεγάλη ταχύτητα πλεύσεως, με ένα παρωχημένο αντιαεροπορικό πυροβόλο, οι οποίες μπορούσαν να εκτοξεύσουν τορπίλη μόνο εκ των όπισθεν. Χωρίς αεροπορική κάλυψη, μια αποστολή αυτοκτονίας, που όμως την εκτελούν με αυταπάρνηση και μεγαλοψυχία. Η Τ/Α-1 χτυπήθηκε πρώτη από τις τουρκικές ρουκέτες, η μια μηχανή της και το πηδάλιο της αχρηστεύτηκαν και ακυβέρνητη προσάραξε στην παραλία στο Καράκουμι –Βόσπορο. Το πυροβόλο των 14,5 χιλιοστών της Τ/Α-3 έχει πυρώσει από τον ξέφρενο ρυθμό που εκτοξεύονται τα βλήματα, με δυο από αυτά να βρίσκουν τον στόχο τους και δύο τουρκικά αεροσκάφη F-100, να βυθίζονται φλεγόμενα στα αφρισμένα γαλανά νερά της μεσογείου θάλασσας. Καθώς ήταν έτοιμη να εξαπολύσει τις τορπίλες της δέχεται ταυτόχρονα πλήγμα από βόμβα τουρκικού αεροσκάφους F-4 και από οβίδα πυροβόλου του πλησιέστερου τουρκικού αντιτορπιλικού και ανατινάσσεται.
Ο γαλανός ουρανός είχε σκοτεινιάσει από τα δεκάδες πολεμικά αεροπλάνα και ελικόπτερα της τουρκικής αεροπορίας και η κυπριακή αεράμυνα, με τα πενιχρά μέσα της, προσπαθούσε να βοηθήσει τους υπερασπιστές την Κερύνειας, που αμύνονταν.

Ο Γιάννης Παπαγιάννης, είχε τρείς ημέρες που είχε επιστρέψει στην πατρίδα του, από την Αγγλία όπου σπούδαζε για τρία χρόνια ηλεκτρολογία στο Τεχνικό Πολυτεχνείο Γουίλσντεν. Δεν δείλιασε ούτε μια στιγμή, όταν είδε στο βάθος του ορίζοντα τους μαύρους καπνούς, από τα ανατολικά παράλια του νησιού. Αποχαιρέτισε τους δικούς του και με ταχύ βήμα, παρουσιάστηκε σαν έφεδρος εθνοφρουρός, στο 398 τάγμα πεζικού στην Κυθρέα.
Κύπρος, χωριό Τζιάος 22 Ιουλίου 1974
Ο μεσημεριανός ήλιος του Ιουλίου κατέκαιγε τις δυνάμεις των Τουρκοκύπριων στρατιωτών που εγκατέλειπαν άτακτα το χωριού Τζιάος. Ο Γιάννης Παπαγιάννης με τον ιδρώτα να έχει ποτίσει την χακί στολή του, έβγαλε το κράνος του και προσπάθησε να πάρει μερικές ανάσες. Ούτε που είχε καταλάβει και ο ίδιος πως είχαν περάσει οι δυο τελευταίες ημέρες. Από το στρατόπεδο, τους είχαν οπλίσει βιαστικά με ότι διέθεταν, ενώ ο ήχος από τις εκρήξεις και τους πυροβολισμούς ακούγονταν όλο και πιο κοντά. Με ένα τυφέκιο Λι Ένφιλντ των 0,303 ιντσών, του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με μειωμένη ποσότητα πυρομαχικών και λίγες χειροβομβίδες που κανείς δεν ήξερε αν θα λειτουργούσαν ή αν θα έσκαγαν στα χέρια των αντρών της Εθνικής Φρουράς. Την ίδια ημέρα το τάγμα κινήθηκε και τις πρώτες βραδινές ώρες έλαβε το βάπτισμα πυρός, καταλαμβάνοντας το χωριό Επηχώ. Στην περιοχή Πέτρα του Διγενή, ενώθηκαν με το 305 Τάγμα Επιστρατεύσεως και πρωινές ώρες της 22ης Ιουλίου επιτέθηκαν κατά ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων, που είχαν την βάση τους, στο χωριό Τζιάος. Αν εξαιρέσεις κάποια τραγελαφικά συμβάντα, όπως το οτί είχαν δοθεί λανθασμένα πυρομαχικά για το πυροβόλο 14.5 ιντσών, με αποτέλεσμα να μην λειτουργεί, οι άυπνοι και εξαντλημένοι στρατιώτες της Εθνικής Φρουράς, κατέλαβαν το χωριό το μεσημέρι.

Είχε σουρουπώσει όταν ο δεκαενέας πλησίασε τον μελαχρινό άντρα, που στέκονταν σκοπός στις παρυφές του χωριού.
«Είσαι καλά Γιάννη;» ρώτησε ο δεκανέας,
Ο Παπαγιάννης γύρισε απότομα, προς την πηγή της φωνής, ενώ το δεξί του χέρι είχε ξεθηκαρώσει την ξιφολόγχη, που κρέμονταν από το θηκάρι της καννάβινης ζώνης του. Με το που αναγνώρισε τον ηλιοκαμένο δεκανέα του ηρέμησε.
«Όλα καλά κύριε δεκανέα. Τι νέα από τα μέτωπα;» ρώτησε ο εικοσιτριαντάχρονος άντρας, αναλογιζόμενος τους στρατιώτες του τάγματος που κείτονταν στα σπλάχνα της Μεγαλόνησου ή
«Οι Τούρκοι δημιούργησαν προγεφύρωμα στην Κερύνεια. Θα προσπαθήσουμε να το εξαλείψουμε», απάντησε με στιγμιαίο δισταγμό ο δεκανέας. «Τα καλά νέα, είναι πως ο θύλακας των τουρκοκύπριων που βρίσκονταν στο φρούριο της Πάφου, εκμηδενίστηκε. Ο πλωτάρχης Ελευθέριος Χανδρινός του αρματαγωγού «Λέσβος», αποβίβασε τους άντρες της ΕΛΔΥΚ που γυρνούσαν στην Ελλάδα και μαζί με τους κύπριους αγωνιστές και τα αντιαεροπορικά μποφόρς του αρματαγωγού, έκαμψαν την τουρκοκύπρια αντίσταση.»
«Και το αρματαγωγό;» ρώτησε ο Παπαγιάννης που γνώριζε πως πλέον οι ουρανοί πάνω από την μεγαλόνησο
«Ο πλωτάρχης έχει την πονηριά της αλεπού. Αρχικά απέπλευσε νότια για Αίγυπτο για να μπερδέψει τα τουρκικά ραντάρ και τα μεσάνυχτα άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε δυτικά προς Κρήτη. Χθες έφτασε στη Σητεία της Κρήτης. Οι Τούρκοι νόμιζαν πως είχε έρθει στην Πάφο ο ελληνικός στόλος και έστειλαν τρία αντιτορπιλικά και αρκετά αεροσκάφη. Υπήρξε όμως έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ τους και τα τουρκικά αεροσκάφη νομίζοντας πως τα αντιτορπιλικά είναι ελληνικά με τούρκικες σημαίες, άρχισαν να τα βομβαρδίζουν και τα τουρκικά αντιτορπιλικά αναγκάστηκαν να ανταποδώσουν τα πυρά. Το αντιτορπιλικό KOCATEPE D 354 βυθίστηκε αύτανδρο και καταρρίφθηκε ένα αεροσκάφος F-104 της τουρκικής αεροπορίας, με ηθικό αυτουργό τον Πλωτάρχη Ελευθέριο Χανδρινό.»
«Ίσως θα έπρεπε να αφήσουμε τους τουρκοκύπριους και τους τούρκους να πολεμήσουν μόνοι τους. Ποιος ξέρει μπορεί να εξοντωθούν μεταξύ τους.»
«Δεν έχεις και άδικο Γιάννη, θα ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Γρηγόρη Αυξεντίου, του υπαρχηγό της ΕΟΚΑ, που έβαλε τα δυο τάγματα των άγγλων που τον κυνηγούσαν στο όρος Τρόοδος, να πολεμούν μεταξύ τους.»
Δυο μπαρουτοκαπνισμένα πρόσωπα με μώλωπες να καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του σώματος τους, χαμογέλασαν κάτω από την αστροφώτιστη νύχτα.
Ο ήχος από δύο ζεύγη τουρκικών αεροσκαφών F-100 ου πλησίαζαν τις θέσεις τους, τους επέστρεψε στην σκληρή πραγματικότητα. Έτρεξαν να καλυφθούν όπως όπως, στα πρόχειρα ορύγματα που είχαν ετοιμάσει. Βόμβες ελεύθερης πτώσης ΜΚ–82 των πεντακοσίων λιβρών άρχισαν να πέφτουν ολόγυρα τους, με εκκωφαντικές εκρήξεις και εστίες φωτιάς να κάνουν την εμφάνιση τους μεταμορφώνοντας την νύχτα σε ημέρα. Χώματα και χαλάσματα πετάγονταν ολόγυρα τους, ενώ πυκνός αποπνικτικός μαύρος καπνός κάλυψε το χωριό. Οι πιλότοι ικανοποιημένοι από την καταστροφή που δημιούργησαν, επέστρεψαν στην αεροπορική βάση της Σμύρνης. Από κοντά τους, ακούστηκαν απεγνωσμένες παιδικές κραυγές.
Ο Παπαγιάννης θυμήθηκε πως, από την ισόγεια κατοικία που ακούγονταν τα ουρλιαχτά, είχαν βρει καταφύγιο δυο αδέρφια, πρόσφυγες από την Κερύνεια.
Δεν το πολυσκέφτηκε, χωρίς δισταγμό έτρεξε προς το φλεγόμενο σπίτι. Με μια δυνατή κλωτσιά έσπασε την ξύλινη εξώπορτα και εισήλθε στο σπίτι με τον καπνό από την φωτιά να καίει τα πνευμόνια του και να του περιορίζει την όραση. Στο καθιστικό του σπιτιού ήταν ένα νεαρό καστανόξανθο αγόρι που προσπαθούσε να σηκώσει ένα φλεγόμενο δοκάρι που είχε εγκλωβίσει ένα νεαρό κορίτσι που είχε απίστευτη ομοιότητα με το αγόρι. Ο Παπαγιάννης άρπαξε το πυρακτωμένο ξύλο και προσπάθησε να το σηκώσει. Κουνήθηκε ελάχιστα εκατοστά. Το αγόρι με την βοήθεια του δεκαεννέα που είχε ακολουθήσει τον Παπαγιάννη, σήκωσαν το καιγόμενο δοκάρι, αδιαφορώντας για τις πορτοκαλί φλόγες που τους έκαιγαν. Με μια υπερπροσπάθεια, τράβηξαν έξω την αδερφή του αγοριού και όλοι μαζί βήχοντας, βγήκαν έξω από το σπίτι. Με το που δραπέτευσαν από το καιγόμενο σπίτι, οι στρατιώτες του τάγματος, τους έδωσαν τις πρώτες βοήθειες και προσπάθησαν με τα λιγοστά ιατρικά εφόδια, να απαλύνουν τον πόνο από τα εγκαύματα τους.
Κύπρος, χωριό Τζιάος 14 Αυγούστου 1974
Το χάραμα έφερε, έναν καταιγισμό βλημάτων του τουρκικού στρατού και ένα κατακλυσμό από βόμβες και ρουκέτες της τουρκικής αεροπορίας. Όταν τελείωσε ο ορυμαγδός το χωριό είχε μεταμορφωθεί σε φλεγόμενα συντρίμια και τεράστιους κρατήρες που θα μπορούσαν να καταπιούν ένα ολόκληρο τεθωρακισμένο. Οι κραυγές των πληγωμένων και των ετοιμοθάνατων υπερασπιστών, υψώνονταν στον γαλανό ουρανό. Στο βάθος του ορίζοντα φαίνονταν μια φάλαγγα από τουρκικά άρματα M47 Patton που πλησίαζαν το χωριό.
Ο Παπαγιάννης κουτσαίνοντας, πλησίασε τα δυο ξανθά αδέρφια, που είχε βγάλει μέσα από τις φλόγες.
«Λευτέρη, Ελπίδα ήρθε η ώρα να χωρίσουν οι δρόμοι μας. Κατευθυνθείτε προς τον Πενταδάχτυλο και το χωριό Χάρτζια. Από εκεί μπορείτε να φτάσετε την Αμμόχωστο» τους είπε δίνοντας τους δυο φλασκιά νερό.
Τα δυο παιδιά τον αγκάλιασαν και με δάκρυα στα μάτια τους, αποχώρησαν από τα συντρίμια του χωριού Τζιάος. Ήξεραν πως δεν θα τον ξαναέβλεπαν ζωντανό.
Οι λιγοστοί επιζώντες του 398 τάγματος πεζικού, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Δεν υπήρχε φόβος στο βλέμμα τους, υπήρχε αγανάκτηση. Είχαν πολεμήσει μόνοι τους. Πού βρίσκονταν το πυροβολικό τους, από που έρχονταν τα Τ 34 άρματα μάχης τους, που ήταν τα αντιαρματικά τους, ποτε θα έρχονταν οι ενισχύσεις; Θα μπορούσαν να φύγουν προς τον Πενταδάκτυλο, ίσως να κατάφερναν να ξεφύγουν. Επέλεξαν να μείνουν και να πολεμήσουν, όπως οι τριακόσιοι του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες. Όχι επειδή πίστευαν πως θα μπορούσαν να νικήσουν, αλλά επειδή κάθε λεπτό που καθυστερούσαν την τουρκική προέλαση, έδιναν χρόνο στους συμπατριώτες τους να ξεφύγουν από τον θάνατο και στην Εθνική Φρουρά να οργανώσει μια αποτελεσματική άμυνα.
Με τυφέκια του 1895, λίγες χειρομβοβίδες και πρόχειρους επιδέσμους στα πάμπολλα τραύματα τους, επιτέθηκαν στα τουρκικά άρματα που όδευαν προς την Αμμόχωστο.
Ο ήλιος μεσουρανούσε στο ουράνιο στερέωμα καθώς ο Παπαγιάννης και τέσσερις άντρες του τάγματος του, βρίσκονταν γονατισμένοι, με τα δάχτυλα των χεριών τους πλεγμένα πίσω από τα κεφάλια τους. Δίπλα τους στέκονταν αμίλητοι οι τούρκοι στρατιώτες με τα όπλα τους ανα χείρας. Ένας τούρκος στρατιώτης του άναψε ένα τσιγάρο, ενώ ένας άλλος τους τραβούσε φωτογραφίες. Δεν είχε όμως ψευδαισθήσεις, είχε δει το πηγάδι που ετοίμαζαν. Κοίταξε τον λαμπερό ήλιο, καθώς έπαιρνε μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του. Τουλάχιστον τους καθυστερήσαμε λίγο σκέφτηκε, με τίμημα τις ζωές μας.
Τα πυροβόλα των τούρκων φρουρών κροτάλισαν και πέντε άντρες δολοφονήθηκαν. Τα άψυχα κορμιά τους πετάχτηκαν σε ένα κοντινό βαθύ πηγάδι μαζί με άλλους δεκατρείς σκοτωμένους κύπριους.
Κύπρος, Λευκωσία 14 Αυγούστου 2009
Πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί στο νεκροταφείο της Λευκωσίας, κάτω από τον γαλανό ουρανό. Κηδεύονταν ο αγνοούμενος εθνοφρουρός Γιάννης Παπαγιάννης. Μετά από τριανταπέντε χρόνια είχε ανακαλυφθεί ένας μαζικός τάφος, σε ένα πηγάδι στο χωριό Τζιάος. Τα κόκκαλα ανήκαν σε δεκαοχτώ άτομα. Μετά από την εξέταση DNA ταυτοποιήθηκαν τα οστά του. Το φέρετρο του ήταν καλυμμένο με τις σημαίες της Κύπρου και της Ελλάδος. Στην κηδεία ήταν παρόντες η οικογένεια του, φίλοι του, συμπολεμιστές του, απλός κόσμος που δεν τον γνώριζεκαι αντιπρόσωποι της Κυπριακής κυβέρνησης. Σε έντονο συναισθηματικά φορτισμένο κλίμα πραγματοποιήθηκε η επικήδειος λειτουργία και το φέρετρο, τοποθετήθηκε στην τελευταία του κατοικία. Σιγά σιγά ο κόσμος άρχισε να αποχωρεί. Οι πιο πολλοί, άντρες και γυναίκες είχαν βουρκωμένα μάτια.
Ένας ξανθός ψηλός άντρας και μια ξανθιά λεπτεπίλεπτη γυναίκα πλησίασαν τελευταίοι το φέρετρο και απόθεσαν από ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Ο Λευτέρης και η Ελπίδα είχαν μεγαλώσει. Είχαν σπουδάσει, είχαν ερωτευτεί και είχαν κάνει οικογένεια. Ποτέ τους όμως δεν ξέχασαν τον παιδικό τους Ήρωα. Με δάκρυα στα καστανά μάτια τους, τον αποχαιρέτησαν για δεύτερη φορά.
Γεώργιος Παλαιστής 🌹




Comments