top of page

"Σκυλίσια ζωή"

Δε θα με πιστέψετε, όμως θα σας το πω.

Θα σας πω το μυστικό μου.

Το κρατώ θαμμένο στην ψυχή μου χρόνια τώρα.

Φτάνει! Ξέρετε, δεν ήμουν πάντα αυτός που είμαι.

Δηλαδή, πώς να το πω, εγώ είμαι αλλά…

Πφφφ, ας τα πάρουμε από την αρχή.

Μεγάλωσα σε μια φτωχογειτονιά της Αθήνας.

Από μικρός έτρεχα από σοκάκι σε σοκάκι.

Κάτι έψαχνα, αλλά δεν ήξερα τι ήταν αυτό.

Τα παιδιά παίζανε μπάλα μαζί μου τα απογεύματα, όμως κανένα δεν με προσκαλούσε στο σπίτι του.

Δεν με ήθελαν οι γονείς τους.

Και μεταξύ μας, πάντοτε ένιωθα πως κι εκείνα μόνο για λίγο αναζητούσαν τη συντροφιά μου. Έψαχναν φίλους που να τους μοιάζουν κι εγώ ήμουν διαφορετικός.

Οι μεγάλοι πάλι, περνούσαν δίπλα μου και με αγνοούσαν.

Ήμουν αόρατος για εκείνους. Βέβαια, δεν τους κακολογούσα. Ήταν όλοι τους τόσο βιαστικοί και αγχωμένοι.

Φοβισμένοι μπροστά στη ζωή.

Βαρύ το φορτίο της καθημερινότητας.

Σπάνια κανείς, ξεφυσώντας, με κοίταζε με βουρκωμένα μάτια και ψιθύριζε πόσο τυχερός ήμουν που δεν στενοχωριόμουν για τίποτα και ήμουν ανέμελος κι ελεύθερος.

Με είχαν πείσει, μάλιστα, πως ήμουν από τους προνομιούχους της ζωής, παρότι ήμουν μόνος και η ζωή μου τόσο μονότονη.

Υπήρχαν μέρες, που ούτε φαγητό και μια γουλιά νερό δεν έβρισκα. Σκυλίσια ζωή σου λέει ο άλλος.

Να μην τα πολυλογώ, ένα πρωινό του Αυγούστου ξύπνησα κάπως ζαλισμένος.

Το σώμα μου πονούσε από την κορυφή ως και τα νύχια.

Στάθηκα στα πόδια μου και, τότε, κάτι αδιανόητο συνέβη.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου, χρησιμοποιούσα αποκλειστικά τα δυο πισινά μου πόδια για να περπατήσω.

Όλα έμοιαζαν μικρότερα γύρω μου, ο κόσμος δεν ήταν γκρίζος πια μα γεμάτος χρώματα κι εγώ σαν να είχα πάρει μπόι απότομα.

Περπάτησα μέχρι το μαγαζί του κυρ Γιάννη, του κρεοπώλη.

Όλο και κανένα κόκκαλο θα μου πετούσε για να ροκανίσω. Πλησίασα στην γυάλινη πόρτα, όμως, μόλις είδα το σώμα μου να καθρεφτίζεται, έτρεξα να κρυφτώ. Δεν ήθελα να με βλέπω έτσι.

Ήμουν γυμνός.

Τι περίεργο συναίσθημα.

Αργότερα έμαθα πως ονομάζεται ντροπή.

Δεν το καταλάβατε ακόμα;

Είχα γίνει άνθρωπος!

Κι αν το πρώτο διάστημα φάνταζε εφιαλτικό, μέρα με τη μέρα έμπαινα για τα καλά στο κλίμα του νέου μου ρόλου.

Μπορούσα να σκεφτώ και να μιλήσω σαν να μην υπήρξα ποτέ τετράποδο.

Ξεφύλλιζα εφημερίδες στα περίπτερα και μπορούσα να κατανοήσω τις, άλλοτε, ακατάληπτες αράδες τους.

Έβλεπα κοπέλες να περπατούν πλάι μου και κοκκίνιζα.

Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Μπήκε στη ζωή μου ο έρωτας. Γνώρισα άλλους ανθρώπους, έκανα φίλους, είδα ταινίες, διάβασα βιβλία, ταξίδεψα σε άλλα μέρη, μακρινά. Φυσικά, βίωσα και το άγχος της επιβίωσης.

Συνάντησα το ανέκφραστο πρόσωπο της απόρριψης. Δημιούργησα οικογένεια, διαφώνησα, θύμωσα, είδα τα παιδιά μου να αρρωσταίνουν και φίλους να με λησμονούν.

Ένας άνθρωπος με τα όλα του.


Μη με ρωτάτε πώς κατάφερα να τα κάνω όλα αυτά.

Ίσως κάποια άλλη φορά.

Κάπου θα σας πετύχω.

Άλλωστε, δεν έχω σκοπό να σας κουράσω.

Εγώ μονάχα το μυστικό μου ήθελα να σας εκμυστηρευτώ.

Ένας ανώνυμος που τελικά βρήκε αυτό που έψαχνε.

Την ευτυχία μέσα στα απλά, καθημερινά πράγματα της ζωής, όσο τετριμμένο κι αν ακούγεται αυτό.

Ευτυχία είναι να είσαι άνθρωπος, φίλοι μου.


Σάββας Ρουμελιώτης 🌹

Comments


bottom of page