top of page

Η αποστάπτουσα σιωπηρή λευκότητα της Ζακύνθου


 

Του Σίμου Ιωσηφίδη

 

Κάποτε, όταν ήμουν νέος, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όντας ενήλικας, επισκέφτηκα την Ζάκυνθο.

Εκεί, στις μεγάλες υγροτοπικές εκτάσεις των Αλυκών Κατασταρίου, κατέφευγε κράζοντας, σπαραχτικά είναι αλήθεια, ένα μυστήριο πτηνό, η περίφημη Τυτώ, ένα νυκτόβιο αρπαχτικό που φημολογείται ότι καθόταν στην σκεπή του σπιτιού του ποιητή Ούγκο Φόσκολο επηρεάζοντάς τον στην συγγραφή της τραγωδίας Θυέστης. Καθημερινά τον βασάνιζε με την μεταφυσική ατμόσφαιρα της παρουσίας του.

Ειδικά τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Ακολούθησε ο γνωστός έκλυτος βίος του καλλιτέχνη στην Ιταλία καθώς και η φριχτή ανέχεια των τελευταίων χρόνων της ζωής του.

Έκτοτε,υποσχέθηκα στον εαυτό μου, πως η ιλιγγιώδης ομορφιά αυτού του νησιού, θα με απέτρεπε να το επισκεφτώ και πάλι, αφού έμοιαζε, στα εσώτερά μου, σχεδόν ανύπαρκτο.

Ευνόητα, ωστόσο, και εν αντιθέσει με την Αμοργό του Γκάτσου φερειπείν, κάτι τέτοιο ποτέ δεν τηρήθηκε για αυτόν τον τόπο το Άνθος της Ανατολής, από την πρώιμη εφηβεία μου, ακόμη το κρατώ πεισματικά μέσα μου.

Φέρνω στην μνήμη μου πολλά.

Το πολύβουο νυχτέρι στο πανηγύρι του Αγίου Λέοντα, με τα μαντολίνα να συνάδουν με σμήνη ένρινων φωνών, φωνών γερασμένων αλλά ακούραστων, ψυχωμένων χορωδών που τραγουδούσαν μέχρι πρωίας.

Ο κόκκινος Αυγουστιάτης και η λευκή Βερντέα έρρεαν σαν ποταμοί νοθεύοντας απειλητικά το αίμα των παρευρισκομένων.

Οι  τελευταίοι, θυμάμαι, χόρευαν μέχρι εσχάτων και, άθελά τους, μετέδιδαν μια ταπεινή όσο και αλληλέγγυα αίσθηση προσωρινότητας  του ανθρώπινου βίου.

Ο θάνατος εκεί, παραμόνευε παντού.

Και όταν ανέτειλε η σελήνη, απαθείς και γελαστοί, όλοι παραπατούσαν γύρω από τις ρίζες του εμβληματικού πλάτανου της πλατείας.

Η όποια προσποίηση ήταν απούσα από τα βήματά τους.

Και τότε, ένας ένας, όταν θερίζονταν από την νύστα, σιγοτραγουδούσαν σε κάτι μαύρα απισχνασμένα σκυλιά τρεκλίζοντας. Τα μισομεθυσμένα ίχνη τους χάνονταν προς τα βόρεια.

Όσοι έχουν ξυπνήσει με πονοκέφαλο κάτω από τα φυλλώματα μιας γέρικης ελιάς

θα αντιλαμβάνονται τι λέω...

Και το επόμενο πρωινό του Φθινοπώρου ήταν σαν ένα μαγικό φως από μόνο του: ένα σκέτο φως που διέγραφε τα συμβαίνοντα της νύχτας και παρακινούσε στην εμψύχωση της συγκομιδής.

Είναι σίγουρο πως τα δρώμενα του νησιού λειτουργούσαν σαν σπάνια αναγνώσματα που η λάμψη τους ήταν τόσο αποκρουστική που τα απέκρυπτε ανάγκαζοντάς σε να τα μεταφράζεις.

Ειδκά στην δυτική απόκρημνη πλευρά του, οι μεταφραστικές εγρηγόρσεις που απαιτούνταν έκαναν την όποια ανία να λάμπει διά της απουσίας της.

Θυμάμαι ακόμα τις καθάριες παραλίες του βορρά, αυτές που οι Θεοί έμοιαζαν να αγαπούν τους ανθρώπους. Πήγαινα πάντα τους φθνοπωρινούς μήνες.

Συνήθως τα απομεσήμερα έβρεχε δημιουργώντας έναν μυστήριο θερινό εξωτισμό που, έτσι ξέθωρος και νωθρός όπως ήταν, σε γοήτευε αιφνιδίως.

Κάτι σαν ένα θλιμμένο αποχαιρετιστήριο διάστημα όπου το απόγευμα αναπλήρωνε τις μεσημεριανές ώρες με ψιλόβροχο. Κι έπεφταν λεπτές, αόρατες σχεδόν ψιχάλες, ένας γνώριμος

για τους ντόπιους υγρός αέρας.

Αυτή η «οριζόντια κίνηση» ενός αόρατου ανέμου που απειλούσε βουίζοντας και έκανε την Απουσία να βασιλεύει.

Από το μπαλκόνι αντίκριζα αριστερά τις ριγέ εγκαταλελειμμένες ομπρέλες. Ήταν γυρτές, ταλαιπωρημένες απο τον αέρα και ακόμα ανοιχτές!

Και δεξιόθεν η θέα άπλωνε τους φορτωμένους και παραμελημένους κοκκινοπράσινους βότρεις.

Εκεί, κάτι μιλιούνια εντόμων (μάλλον μελισσών) ήταν ακόμη διακριτά.

Η θάλασσα γαλήνια, ένα υποφωτισμένο γκρίζο φόντο που έφερνε αβίαστα στον νου τις γκριζοπράσινες ελαιογραφίες της Αναγέννησης.

Εξιδανίκευες αυτές τις υπναλέες θέες.

Εύκολα έμπαινες στον πειρασμό πως τούτα τα οπτικά δρώμενα που αντίκριζες δίχως κανένα κόπο, ήταν από εκείνα που πιθανολογούσες πως μπορεί να απευθύνονται αποκλειστικά και μόνον σε σένα.

Εν ολίγοις, τούτα τα θεάματα, ενδεχομένως, θα άφηναν παντελώς απαθείς τους φωτογράφους του National Geographic.

Μια αγοραφοβική σαγήνη που αγκίστρωνε το βλέμμα στην απαστάπτουσα σιωπηρή λευκότητα του ουρανού σαν μια προαιώνια μαγεία του Ιονίου πελάγους. Ιδού ο λόγος που κάποιοι λίγοι, συνήθως ηλικιωμένοι τουρίστες, υπό την κηδεμονία της δυτικής σάρωσης εικόνων, φωτογράφιζαν κατά ριπάς: η αδυναμία τους να διαβάσουν τα τεκταινόμενα ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής.

Ό,τι δεν δύναται να διαβαστεί, συλλογίστηκα, αποτυπώνεται. Επαναλαμβάνω πως εδώ, μόνον κάποιοι ψυλλιασμένοι φαντάζονταν το τοπίο σαν μια εμπειρία που δεν βρίσκεται απέναντί τους για να ιδωθεί αλλά για να αναγνωστεί.

Το διάβασμα ήταν ανεντόπιστο και, ως εκ τούτου, όποιος δεν ήξερε ανάγνωση, φωτογράφιζε ακαριαία πατώντας την σκανδάλη του στιγμιοτυπικού του «όπλου».

Για τους υπόλοιπους ήταν τόσο ανεξίτηλες οι αποχρώσεις της μνήμης, εντυπωμένες τόσο βαθιά, που τα ενσταντανέ θα ωχριούσαν αποκτώντας με τον καιρό ένα φυσικό κίτρινο ξεθώριασμα.

Θυμάμαι ακόμα κι εκείνο το πηγάδι της Αγίας Μαύρας.

Εκεί που στο ψηφιδωτό προαύλιο κάποια 14χρονα κωλόπαιδα, έχοντας αποθρασυνθεί, ζητούσαν επιμόνως το φεγγάρι στο πιάτο τους, σερβιρισμένο, λέει, με τριμμένη σοκολάτα και καραμέλα! Κι έπειτα ανέβαιναν την στενή σκάλα. Και όταν έφταναν ψηλά στο τέλος του πυργοειδούς βενετσιάνικου καμπαναριού, ξεφώνιζαν τόσο γλυκά που η αντήχηση των φωνητικών σπαραγμάτων τους αντέκρουε και τις τέσσερις καμπάνες... Αγνοούσαν τα πάντα και γελούσαν.

Ακόμη και την ευτυχία αγνοούσαν. Ήξεραν προφανώς πως αυτά τα ίδια ήταν η ευτυχία.

Και τους θάμνους ρίγανης θυμάμαι, στα πετρώδη εδάφη των Βολίμων, όπου η αρωματική κλιμάκωση των αποχρώσεών τους έφτανε από το βεραμάν μέχρι το χρυσαφί.

 

 

Σίμος Ιωσηφίδης 🌹

 

 

 

 

Comments


bottom of page