top of page

Ψέματα,ψέματα, χιλιάδες ψέματα.❣️


 


Ψέματα, ψέματα, χιλιάδες ψέματα.

Τα κοιτούσε μπροστά της, σκόρπια στο πάτωμα˙ θρύψαλα από ψέματα που άκουγε όλη της τη ζωή.

Έσκυψε και δοκίμασε να τα μαζέψει, μα χάραξαν το δέρμα της, έσκισαν τη σάρκα της και το αίμα χύθηκε ζεστό πάνω στο λευκό μάρμαρο.

Σήκωσε την κόκκινη κάπα, εκείνη που φορούσε όταν ήθελε να κρυφτεί στο αγαπημένο της παραμύθι, εκείνο με το μικρό κορίτσι που το κυνηγούσε ο Λύκος και χώθηκε μέσα της.

Ξάπλωσε στο δάπεδο και κουλουριάστηκε σε εμβρυϊκή στάση, καλύπτοντας το πρόσωπό της.

Το πορφυρό χρώμα από το αίμα της έγινε ένα με την κάπα της, τόσο που δεν ξεχώριζε αν κρυβόταν μέσα στο αίμα ή μέσα στο ρούχο της.

«Ψέματα, ψέματα» ψιθύρισε «αμέτρητα ψέματα».

Αιώνες συσσωρεύονταν τα ψέματα των ανθρώπων πάνω στη γη˙ τα ψέματα που είχε ακούσει, που είχε πιστέψει˙ που είχε απεγνωσμένα πιστέψει.

Ανακάθισε.

Δοκίμασε να μαζέψει μερικά από τα θραύσματα, να τα ρίξει μέσα στο καλάθι που είχε ακουμπισμένο δίπλα της, μήπως και κατάφερνε να τα μετατρέψει σε λουλούδια.

Εκείνα όμως την τρύπησαν με τα δηλητηριώδη αγκάθια τους και δεν κατάφερε να τα αγγίξει.

Τότε άκουσε ένα γέλιο.

Στην αρχή ήταν παιδικό, αθώο. Γρήγορα όμως βράχνιασε κι έγινε το γνώριμο γρύλισμα όλων εκείνων που της χαμογελούσαν ενώ έκρυβαν τα δόντια τους.

Σήκωσε αργά το κεφάλι.

Στον απέναντι τοίχο κρεμόταν ένα ημερολόγιο.

Η πρώτη σελίδα του είχε σκιστεί στη μέση.

Πάνω της, με μαύρα γράμματα, έγραφε: 1 Απριλίου.

Σηκώθηκε αργά, με τα γόνατα να τρέμουν.

Το αίμα στο μάρμαρο είχε αρχίσει να ξεραίνεται, αφήνοντας μια σκούρα κηλίδα που έμοιαζε με χάρτη άγνωστης χώρας.

Πλησίασε στο παράθυρο.

Έξω, ο κόσμος γιόρταζε.

Άνθρωποι αντάλλαζαν λέξεις κενές, στολισμένες με κορδέλες και γελούσαν κάθε φορά που κάποιος πίστευε κάτι που δεν υπήρχε.

Ήταν η μόνη μέρα του χρόνου που οι άνθρωποι ομολογούσαν τα ψέματα δίχως ντροπή, τα στόλιζαν με γέλια και τα βάφτιζαν αθωότητα.

Όλες τις υπόλοιπες, τα έντυναν με αγάπη, με φροντίδα, με υποσχέσεις, με το λευκό χρώμα της «καλής πρόθεσης», για να μη φαίνεται το δηλητήριό τους.

Μόνο εκείνη τη μέρα παραδέχονταν τη φύση τους. Τις υπόλοιπες τριακόσιες εξήντα τέσσερις, απλώς υποδύονταν τους αληθινούς.

Έσυρε το καλάθι πιο κοντά. Ξεχείλιζε από υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν, από «σ’ αγαπώ» που ψιθυρίστηκαν στο σκοτάδι και από όσα κράτησαν τον κόσμο όρθιο για αιώνες, ενώ η αλήθεια σάπιζε στα θεμέλια. Δε δοκίμασε ξανά να κάνει τα ψέματα λουλούδια.

Ήξερε πια πως ό,τι έχει ρίζα στο ψέμα, ανθίζει μόνο για να ματώσει όποιον το πλησιάσει.

Έτσι, ένα-ένα, τα έσπρωξε μέσα με τη γυμνή λάμα της αλήθειας που τόσα χρόνια κρατούσε κρυμμένη κάτω από τη γλώσσα της.

Και κάθε φορά που ένα θραύσμα έπεφτε στο καλάθι, ακουγόταν ένας μικρός, κοφτός ήχος, σαν να έσπαζε δόντι λύκου.

Όταν τελείωσε, άφησε την κόκκινη κάπα να γλιστρήσει από πάνω της και να πέσει στο πάτωμα, ποτισμένη αίμα και φόβο. Δεν τη χρειαζόταν άλλο.

Το μικρό κορίτσι που κρυβόταν στα παραμύθια είχε μείνει πίσω.

Εκείνο που στεκόταν τώρα πάνω στο λευκό μάρμαρο δε φοβόταν πια τον λύκο.

Έξω, ο κόσμος συνέχιζε να γελά. «Πρωταπριλιά» έλεγαν.

Μα εκείνη γνώριζε κάτι που εκείνοι αγνοούσαν: το πιο επικίνδυνο ψέμα δεν είναι εκείνο που λέγεται γι’ αστείο, αλλά εκείνο που το συνηθίζεις τόσο, ώστε μια μέρα το περνάς για αλήθεια.




Ερωδίτη Παπαποστόλου 🌹

Comments


bottom of page