Τρεις ζωές σε ένα απόγευμα
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ

- Jun 21
- 2 min read

Ξύπνησα στην πόλη αιώνιου αποχωρισμού.
Στις φλέβες αναβόσβηναν φώτα ηλεκτρικά,
κι ο άνεμος επέστρεφε, σκληρός,
πάγωνε το στήθος,
το γεμάτο βαθιές, ανίατες πληγές.
Ένα πολύχρωμο πουλί
με κοιτάζει με την άγνοια εκείνου
που δεν διάλεξε την εφηβεία του.
Το είδωλο μιας γυναίκας
στέκεται στην άκρη της ζωής .
Από συνήθεια κοιτάζω αλλού
τα φιλιά της, έγιναν δρόμοι
που χύνονται σε θάλασσες ανοιχτές.
Το σούρουπο καθημερινά αργεί,
το ρολόι μετράει βήματα λαθραία,
κι εγώ, με πόδια ακίνητα,
ψάχνω όλες μου τις τσέπες
μήπως βρω λίγα τρίμματα καπνού.
Νύχτωσε, η πλατεία είναι άδεια.
Κάποιοι με χαιρετούν σαν να με ξέρουν.
«Ποιος είμαι;» ρωτάω τους ίσκιους.
Ένα παιδί μού πέταξε μια πέτρα:
«Γράψε ό,τι ξέχασες».
Έγραψα: «Αγάπησα ό,τι δεν γνώρισα ποτέ».
Το λιθάρι πέταξε στον ουρανό.
Τι νόημα έχει να πεθαίνεις για το τίποτα;
Να συμφιλιώνεσαι με τα άστρα ή με το σκοτάδι;
Πεθαίνει μόνο όποιος συνηθίζει τη φθορά.
Εγώ άφησα το σώμα μου στην καρέκλα,
εμπόδιο μιας άλλης εποχής,
σκιάχτρο για να νομίζουν πως είμαι εγώ.
Τα χρόνια πέρασαν.
Υπόθεση μου αρχειοθετήθηκε.
Στα μερομήνια χωρίς σημάδι,
περπάτησα στο νεκροταφείο των ονομάτων.
Οι τοίχοι ψιθύριζαν ξένες λέξεις.
Η γλώσσα μου, στεγνή,
είχε μόνο αποτυπώματα φιλιών.
«Σβήσε το φως», μου είπε μια φωνή.
Πέρασα αιώνες σκοταδιού.
Όταν βγήκα στην άκρη από τ’ όνειρο,
της χάρισα τα μάτια μου για δώρο γάμου.
Δεν είδε εικόνες·
είδε θραύσματα από ανέγγιχτες ελπίδες.
Τώρα κυκλοφορώ ασώματος.
Μαζεύω νοήματα στις ερημιές,
κάτω από έναν ήλιο θρασύ.
Γράφω το όνομά μου
με στάχτη στον τυφλό καθρέφτη.
Γονατίζω και αναρωτιέμαι .
Θα μας σώσει, άραγε,
η ανωνυμία της Ιστορίας;
Ένα μαντήλι στην απλώστρα,
αποχαιρετά τώρα, τη νιότη.
Ένα γιασεμί φυτρώνει στις κλειδώσεις μου.
Ψάχνω δικαίωση στις αγρύπνιες.
Όταν ξαπλώσω ανάσκελα τη νύχτα
και πέφτει δίπλα μου τ ‘αστέρι,
σβήνει την ταυτότητα μου.
Κρατήστε μόνο το χάδι μου.
Έτσι κι αλλιώς, η νοσταλγία με ανάγκασε
να ζήσω τρεις ζωές,
μέσα σ' ένα μόνο ελάχιστο απόγευμα.
Σώθηκα από τα ερείπια κι έμαθα να κοιτάζω αλλού,
μακριά τα γρέζια μιας ψιλής βροχής.
Το τέλος μου θα είναι μια φρικτή υποψία.
Θα φύγω λυπημένος και ανίδεος για μένα.
Είναι γλυκό να χορεύεις ταγκό με το φεγγάρι,
αλλά είναι ασήκωτο, πικρό,
να αφήνεις την καρδιά σου να γερνά
σε μια απέραντη νοσταλγία λίγης μουσικής.
© Π. Κουμουνδούρος




Comments