top of page

Τρεις ζωές 🪽


Η Αθανασία κοίταξε γύρω της. Βρισκόταν στο σπίτι της γειτόνισσάς της. Το αναγνώρισε αμέσως, παρόλο που δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε πότε είχε πάει εκεί ούτε πώς είχε περάσει την πόρτα. Στεκόταν στον μικρό διάδρομο που οδηγούσε στο σαλόνι και από μέσα ακούγονταν φωνές. Άνθρωποι μιλούσαν όλοι μαζί, μα όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι έλεγαν.

Έκανε να προχωρήσει, όμως σταμάτησε απότομα. Στο πάτωμα, ακριβώς μπροστά στα πόδια της, βρισκόταν μια εικόνα της Παναγίας. Την κοίταξε απορημένη. Για να περάσει στο σαλόνι έπρεπε να πατήσει πάνω της. Έκανε ένα βήμα στο πλάι, αλλά δεν υπήρχε χώρος. Κοίταξε γύρω της αναζητώντας τρόπο να την προσπεράσει, αλλά ο διάδρομος έμοιαζε ξαφνικά πιο στενός απ’ όσο τον θυμόταν.

Τότε εμφανίστηκε στην πόρτα η κυρία Δέσποινα, η πεθερά της κοπέλας που έμενε στο σπίτι.

Την κοίταξε ήρεμα. «Μη φοβάσαι, κορίτσι μου. Πάτα πάνω στην εικόνα».

Η Αθανασία την κοίταξε σαν να μην είχε ακούσει καλά. «Τι λέτε, κυρία Δέσποινα;»

«Πάτα».

«Δεν μπορώ».

Η γυναίκα επέμεινε. «Πάτα, κορίτσι μου».

Η Αθανασία χαμήλωσε τα μάτια στην Παναγία. «Πώς να την πατήσω;»

«Πρέπει».

«Όχι».

«Πάτα». Η φωνή της κυρίας Δέσποινας είχε αλλάξει. Ήταν σταθερή, επίμονη. «Πάτα!»

Η Αθανασία κοίταξε ξανά την εικόνα. Κάτι μέσα της ούρλιαζε πως δεν έπρεπε να το κάνει. Ένιωθε μια παράξενη αγωνία, σαν να μην υπήρχε άλλος χρόνος. Σαν να εξαρτιόταν κάτι από εκείνο το ένα βήμα. Σήκωσε το πόδι της και πάτησε διστακτικά πάνω στην εικόνα. Την ίδια στιγμή ένας δυνατός φόβος τη διαπέρασε.

Άνοιξε απότομα τα μάτια. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κατάλαβε τι συνέβαινε. Ήταν νύχτα. Βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο. Ο δρόμος απλωνόταν μπροστά της μέσα στο σκοτάδι και τα φώτα έκοβαν την άσφαλτο σε δύο χλωμές λωρίδες. Και τότε κατάλαβε πως το αυτοκίνητο έφευγε από την πορεία του. Ο άντρας της είχε αποκοιμηθεί στο τιμόνι.

«Ξύπνα!»

Τον άρπαξε έντρομη. Εκείνος τινάχτηκε, άνοιξε τα μάτια και γύρισε απότομα το τιμόνι. Είχαν ήδη αρχίσει να περνούν στο αντίθετο ρεύμα. Για λίγες μόνο στιγμές είχαν βρεθεί ανάμεσα σε αυτό που ήταν η ζωή τους μέχρι τότε και σε αυτό που θα μπορούσε να είχε συμβεί. Σταμάτησαν στην άκρη του δρόμου.

Η Αθανασία έτρεμε. Και τότε θυμήθηκε το όνειρο: την εικόνα στο πάτωμα, την κυρία Δέσποινα, τη φωνή της.

Πάτα, κορίτσι μου. Πάτα.

Αν δεν είχε πατήσει πάνω στην εικόνα, ίσως να μην είχε τρομάξει. Αν δεν είχε τρομάξει, ίσως να μην είχε ξυπνήσει. Και αν δεν είχε ξυπνήσει, κανείς δεν ξέρει τι θα είχε συμβεί.

Η Αθανασία εκείνη την εποχή ήταν έγκυος. Μέσα στο αυτοκίνητο δεν βρίσκονταν δύο, αλλά τρεις ζωές.

***

Η ιστορία αυτή βασίζεται σε αληθινά γεγονότα.

Η Αθανασία είναι η μητέρα μου και το παιδί που κουβαλούσε μέσα της εκείνο το βράδυ ήμουν εγώ.

Μέχρι σήμερα, η μητέρα μου θυμάται εκείνο το όνειρο: την εικόνα της Παναγίας στο πάτωμα, την άρνησή της να την πατήσει και την επιμονή εκείνης της φωνής:

«Πάτα, κορίτσι μου».

Τη στιγμή που τελικά πάτησε πάνω στην εικόνα, ξύπνησε. Ακριβώς τη στιγμή που το αυτοκίνητο έβγαινε στο αντίθετο ρεύμα.

Ίσως κάποιοι να το ονόμαζαν σύμπτωση, αλλά εγώ δεν μπορώ. Για μένα, εκείνο το βράδυ, η Παναγία ξύπνησε τη μητέρα μου. Και ξυπνώντας την, έσωσε τρεις ζωές.

 



Ερωδίτη Παπαποστόλου 🌹

1 Comment


Αναστασία
Aug 16

Συγκλονιστικό!

Like
bottom of page