top of page

Το κουτί της Ευγένειας

«Γιατί πρέπει πάντοτε να ψάχνεις λόγο να σκέφτεσαι το παρελθόν; Γιατί δεν απαγορεύεις στον άντρα σου να σε σπρώχνει στις αναμνήσεις, τις τόσο θλιβερές; Η μητέρα του δεν έφυγε γιατί έφτιαξες εσύ. Έφυγε γιατί δεν άντεχε άλλο την κακομεταχείριση του άνδρα της. Ιωάννα, άκουσε με για τελευταία φορά. Όσο δέχεσαι αυτές τις συμπεριφορές και ζεις κάτω από αυτές τις συνθήκες, κάνεις κακό σ’ εσένα αλλά και στην κόρη σου. Η Ευγενία δεν σου έχει φταίξει σε κάτι! Ούτε εσένα ούτε του Παύλου!»

Η φωνή της Αγγελικής, η μόνη που τρύπησε τα αυτιά της Ιωάννας σαν γυαλί. Η Ιωάννα σιωπούσε. Δεν μπορούσε να αντικρούσει ούτε μία λέξη. Αφού αυτή ήταν η αλήθεια. Ηταν πάντα πιο σκληρή όταν την έλεγε κάποιος άλλος. Κι η αδερφή της την λάτρευε. Έσφιξε το ακουστικό στο χέρι, καθώς το τηλέφωνο είχε αρχίσει να καίει το αυτί της.

«Και… Και πού να πάω;» ψέλλισε τελικά.


Ήταν η παλιά, γνωστή δικαιολογία, ο τοίχος πίσω από τον οποίο κρυβόταν πάντα, αυτή αλλά κι πολλές γυναίκες.-Να πας εκεί που ανήκεις, Ιωάννα! Μακριά. Έλα σε μένα. Οπουδήποτε. Μην του επιτρέπεις να σε κάνει το άλλοθι για την δυστυχία του πατέρα του. Η μητέρα του αυτοκτόνησε γιατί την έπνιξε η δική του οικογένεια, όχι γιατί...-Σταμάτα! η Ιωάννα διέκοψε, κλείνοντας τα μάτια κουρασμένη...Ο φόβος να ακούσει δυνατά τη λέξη "αυτοκτονία" ήταν μεγαλύτερος από τον φόβο του Παύλου.Στο βάθος του σαλονιού, η Ευγενία οκτώ χρονών,έπαιζε αθόρυβα. Ή μάλλον, δεν έπαιζε. Καθόταν σκυμμένη πάνω από ένα μπλοκ ζωγραφικής, σχεδιάζοντας με μανία, τιμωρώντας τους μαρκαδόρους σαν να προσπαθούσε να μαντέψει τι σχήμα είχε η σιωπή...Θυμωμένη συνέχιζε...Ήξερε η Ιωάννα ότι την άκουγε η μικρή.Η Ιωάννα έστρεψε το βλέμμα της στην κόρη της. Έβλεπε τον φόβο της Αγγελικής για την Ευγενία: ότι θα μεγάλωνε ακούγοντας τον Παύλο να ψιθυρίζει δηλητήριο, μαθαίνοντας ότι οι γυναίκες πρέπει να πληρώνουν για τα λάθη των άλλων.Η Ευγενία σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι. Δεν κοίταξε τη μητέρα της που έκλαιγε στο τηλέφωνο. Κοίταξε τον τοίχο, όπου υπήρχε μια φωτογραφία του Παύλου με μπλε κουστούμι.Και μετά, χωρίς να πει τίποτα, έσκισε τη σελίδα από το μπλοκ ζωγραφικής.Δεν την πέταξε. Την δίπλωσε προσεκτικά σε ένα μικρό, σφιχτό τετράγωνο και την έκρυψε βαθιά στην τσέπη του φορέματός της.Η Ιωάννα τα έχασε.Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε την Ευγενία να κάνει μια τέτοια κίνηση που δεν ήταν παιδική, αλλά μια κίνηση ενιλήκων.Το παιδί της δεν της είχε φταίξει σε τίποτα. Και όμως, είχε μάθει ήδη το μυστικό της σιωπής,ότι τα θηλυκά δεν πρέπει να μιλούν πολύ.Η Αγγελική περίμενε στην άλλη γραμμή. -Ιωάννα, με ακούς; Η όχι;;Η Ιωάννα πήρε μια βαθιά ανάσα. Προσπάθησε να γεμίσει τους πνεύμονες της με τον αέρα που χρειαζόταν για να ζήσει.-Σε κλείνω.Η Ιωάννα κοίταξε την Ευγενία. Τα μάτια της κόρης της ήταν άδεια, περιμένοντας τη μητέρα της να επιβεβαιώσει ότι το δράμα είχε τελειώσει για εκείνη τη μέρα.-Θα βρω λύση...θα φύγουμε ....Η Αγγελική έμεινε σιωπηλή. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε την αδελφή της να μιλάει σαν να ήταν ακόμα ζωντανή.Τι ώρα να έρθω;Να σας πάρω!Ρώτησε η Αγγελική.-Όχι. Μόνη μου θα το κάνω. Θα έρθω εγώ. Απόψε. Κλείσε το τηλέφωνο. Η Ιωάννα έκλεισε το τηλέφωνο. Η σιωπή στο σπίτι έμοιαζε βαριά. Πλησίασε την Ευγενία.-Κόρη μου;Η κόρη της δεν απάντησε. Απλώς έδειξε με το μολύβι της την ζωγραφιά της.Ήταν ένα σπίτι. Όλο μαύρο, με μια μικρή, κόκκινη φιγούρα να περπατάει μακριά του.Η Ιωάννα δεν ρώτησε τι είχε στην τσέπη της. Απλώς έσκυψε και φίλησε το μέτωπο του παιδιού της με στοργή.-Ελα, αγάπη μου. Πάμε να παίξουμε με κουτιά θες;Η Ευγενία την κοίταξε για πρώτη φορά με καθαρό βλέμμα. Ένα ίχνος, όχι χαράς, αλλά ανακούφισης.Και η Ιωάννα, νιώθοντας ξαφνικά μια δύναμη που είχε ξεχάσει, άνοιξε την ντουλάπα. Το πρώτο πράγμα που βρήκε ήταν ένα μεγάλο, άδειο κουτί από χαρτόνι. Το μεγάλο, άδειο κουτί έμοιαζε με έπαθλο.Ήταν η τελευταία ευκαιρία της Ιωάννας να χωρέσει ολόκληρη τη ζωή της σε ένα κιβώτιο,και θα το έκανε για το παιδί της.Άρχισε να γεμίζει το κουτί. Όχι με τα ακριβά τους πράγματα, αλλά με τα απαραίτητα: τα ρούχα της Ευγενίας, το παλιό της ημερολόγιο που περιείχε ό,τι είχε απομείνει από τη δική της ψυχή, το μικρό, ξύλινο καρουζέλ που είχε χαρίσει στον Παύλο πριν γνωρίσει την κακομεταχείρισή του. Το πήρε, το κοίταξε, και τελικά το πέταξε στον κάδο. Δεν είχε θέση στο καινούργιο κουτί.-Μαμά, τι κάνουμε;Ρώτησε η Ευγενία.-Παίζουμε παιχνίδια φυγής, αγάπη μου,είπε η Ιωάννα. Την έβαλε να διαλέξει μόνο τα τρία αγαπημένα της παιχνίδια.Η Ευγενία, αντί να διαλέξει κούκλες, έβαλε μέσα στο κουτί: το μπλοκ ζωγραφικής, την μισοτελειωμένη κασετίνα με τους μαρκαδόρους και, αφού δίστασε, το μικρό, σφιχτά διπλωμένο χαρτί από την τσέπη της.Εκείνη τη στιγμή, η πόρτα της εξώπορτας κλώτσησε. Ο Παύλος είχε επιστρέψει νωρίτερα.Η καρδιά της Ιωάννας χτύπησε σαν τύμπανο στον λαιμό της. Ήταν πολύ νωρίς. Το κουτί ήταν μισοάδειο, αλλά φανερό....-Είσαι εδώ;Η φωνή του ήταν βαριά, όχι θυμωμένη, αλλά διεκδικητική.Η Ιωάννα έσπρωξε βιαστικά το κουτί κάτω από το κρεβάτι, και έπιασε ένα περιοδικό από το κομοδίνο, προσποιούμενη ότι διάβαζε.Ο Παύλος μπήκε στο δωμάτιο.Την κοίταξε, τα μάτια του θολά από το ποτό. Δεν ήταν η κακομεταχείριση, ήταν όλα που την έκαναν να πονά.-Τι κάνεις εδώ; Γιατί δεν έχεις φτιάξει φαγητό;ρώτησε.-Η Ευγενία και εγώ φάγαμε νωρίς, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή της σταθερή.Ο Παύλος άπλωσε το χέρι του και έσφιξε τον ώμο της. Όχι δυνατά, αλλά αρκετά για να νιώσει την απειλή. -Μη μου μιλάς έτσι. Μην με κάνεις να θυμάμαι...όλες ίδιες είστε...Η Ιωάννα ένιωσε τον φόβο να την πλησιάζει, αλλά δεν την παράλυσε. Κάτω από το κρεβάτι, το κουτί περίμενε. Και το κουτί ήταν η απάντησή της.-Δεν θα θυμηθείς τίποτα, είπε η Ιωάννα. Ήταν η πρώτη φορά που του μιλούσε χωρίς να νιώθει ενοχή.Μιλούσε με θάρρος.Ο Παύλος σάστισε. Η έκφραση της Ιωάννας δεν ήταν η συνηθισμένη υποταγή.-Τι εννοείς;Εκείνη έριξε το περιοδικό στο πάτωμα με ηρεμία και σηκώθηκε. -Εννοώ ότι η μητέρα σου έφυγε, όχι εξαιτίας μου, αλλά εξαιτίας σου. Επειδή ποτέ δεν την είδες. Όπως ακριβώς δεν βλέπεις εμένα, ούτε την κόρη σου!Ο Παύλος πάγωσε. Το όνομα της μητέρας του, εκστομισμένο με τόση δύναμη, του χτύπησε το σαγόνι. Πριν προλάβει να αντιδράσει, να την απειλήσει, να αρχίσει το κλάμα του, η Ιωάννα τον προσπέρασε.Πήγε στο παιδικό δωμάτιο. Η Ευγενία την περίμενε στην πόρτα, ντυμένη με το μπουφάν της, κρατώντας το μικρό, γεμάτο κουτί της.Η Ιωάννα έσπρωξε την Ευγενία έξω, από την πίσω πόρτα. Ήταν νύχτα, κρύο.-Πάμε παιδί μου ...ψιθύρισε.Άρπαξε το μεγάλο κουτί κάτω από το κρεβάτι και το μετέφερε σέρνοντάς το στον κήπο. Ο Παύλος βγήκε από το σπίτι τρέχοντας.-Ιωάννα! Πού πας; Μη φύγεις!!!Η Ιωάννα δεν απάντησε. Έβαλε το κουτί στο πορτμπαγκάζ του παλιού της αυτοκινήτου, έβαλε την Ευγενία στο πίσω κάθισμα και κλείδωσε τις πόρτες.-Μαμά, τι έγινε;ρώτησε η Ευγενία, αλλά η φωνή της ήταν ήρεμη.-Τίποτα, αγάπη μου. Όλα καλά!!!Η Ιωάννα έβαλε μπρος τη μηχανή. Ο Παύλος έτρεχε προς το παράθυρο, το πρόσωπό του παραμορφωμένο από τον θυμό και τον φόβο της εγκατάλειψης.Η Ιωάννα οδήγησε αργά, βγαίνονταςστον δρόμο.Στον πρώτο φανάρι η Ευγενία γύρισε το κεφάλι της. Είδε το σπίτι τους για τελευταία φορά. Ήταν ένα μαύρο σχήμα.Και τότε, η Ευγενία έβγαλε το διπλωμένο χαρτί από την τσέπη της. Το άνοιξε και το έδειξε στη μητέρα της.Η Ιωάννα πήρε το χαρτί στο χέρι της. Το μαύρο σπίτι φαινόταν τρομακτικό. Αλλά η κόκκινη φιγούρα που περπατούσε μακριά από αυτό... ήταν ολοζώντανη.Χαμογέλασε. Η Ευγενία χαμογέλασε.Η Ιωάννα δεν οδήγησε προς την Αγγελική. Οδήγησε προς τα εκεί που δεν υπήρχαν αναμνήσεις, προς ένα μέρος όπου η Ευγενία θα μπορούσε να διαλέξει οποιοδήποτε χρώμα για το επόμενο της σπίτι.Το αυτοκίνητο έφυγε τρέχοντας στην άσφαλτο, αφήνοντας πίσω τη σιωπή που δεν είχε πια σχήμα. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η Ιωάννα ένιωσε ευτυχισμένη.. Είχε χώρο να αναπνεύσει, χώρο για την κόρη της, και αρκετό αέρα στους πνεύμονες της για να ζήσει.



Εύα Αλιβιζάτου 🌹

Comments


bottom of page