top of page

Πορφύρα και Ατσάλι στην άμμο της Χίου

Πορφύρα και Ατσάλι στην άμμο της Χίου

 


«Το μεγαλείο του Βυζαντίου ήταν η τριπλή συνύπαρξη: ενός Ρωμαϊκού σώματος, ενός Ελληνικού νου και μιας μυστηριακής ανατολίτικης ψυχής.»

Ρόμπερτ Μπάιρον, Άγγλος ταξιδιωτικός συγγραφέας  (1905-1941)

 

Οι τελευταίες απογευματινές ακτίνες του ήλιου, έλουζαν το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου, καθώς η Ιφιγένεια το συριακό εμπορικό, ταξίδευε πάνω στην ήρεμη θάλασσα. Στα αμπάρια του, μετέφερε σε πήλινους αμφορείς το γλυκό κρασί της Κύπρου και σε θεόρατα πιθάρια το πολύτιμο σιτάρι της Καππαδοκίας. Στην υπερυψωμένη πρύμνη στέκονταν δύο λυγερόκορμες νέες αρχόντισσες του Βυζαντίου. Η καστανόξανθη αρχόντισσα Αναστασία κόρη του στρατηγού Λέων Μελισσηνού, Δουξ της Αντιοχείας και η μελαχρινή αρχόντισσα Φωτεινή κόρη του Δούκα Αλέξανδρου Θράξ. Δεν έμοιαζαν όμως με τις συνηθισμένες ευγενείς που γέμιζαν το Χρυσοτρίκλινο, την αυτοκρατορική αίθουσα της Κωνσταντινούπολης. Και οι δύο τους φορούσαν δερμάτινους θώρακες, πάνω από μάλλινους χιτώνες, ενώ στο πλάι τους κρέμονταν στα θηκάρια τους, ατσάλινες λεπίδες και κοφτερά εγχειρίδια.

«Φωτεινή βλέπεις αυτές τις τρεις κουκίδες, στο βάθος του ορίζοντα, που μας πλησιάζουν. Σου φαίνονται για εμπορικά πλοία ή για πολεμικοί δρόμωνες;» ρώτησε η αρχόντισσα Αναστασία, καθώς το γαντοφορεμένο χέρι της έδειχνε το σημείο στο οποίο ο πορφυρός ουρανός ενώνονταν με την αλμυρή θάλασσα.

Η μελαψη κοπέλα  κοίταξε προς τα εκεί που έδειχνε η αδελφική της φίλη. «Βλέπω τρία μαύρα τριγωνικά πανιά, σε τρία μικρά καράβια με κουπιά. Πειρατικές γαλέρες είναι Αναστασία, Σαρακηνοί κουρσάροι», είπε με σιγουριά, η αρχόντισσα Φωτεινή, καθώς όταν ήταν κοριτσάκι, είχαν επιτεθεί πειρατές στο καράβι που την μετέφερε στην Θεσσαλονίκη και αν δεν ήταν η θανατηφόρα λεπίδα της θείας της, Οφήλιας της εξπλοράτορας, η ίδια της θα είχε πουληθεί στα σκλαβοπάζαρα της Βαγδάτης.

«Πρέπει να ενημερώσουμε τον καπετάνιο», πρόλαβε να πει η αρχόντισσα Αναστασία, όταν την διέκοψε μια αγωνιώδης κραυγή.

«Πειρατές, πειρατές», φώναξε ο αμούστακος νεαρός που ήταν στην κορακοφωλιά, στο ψηλότερο σημείο του καταρτιού.

Ο εύρωστος μεσόκοπος καπετάνιος, άρχισε να δίνει επιτακτικά διαταγές στους ναύτες του, ενώ έριχνε κλεφτές ματιές στις γαλέρες που πλησίαζαν με ταχύτητα. Το πλήρωμα εκτελούσε γρήγορα τις εντολές του πλοιοκτήτη, με το μυαλό τους να γυροφέρνει συνεχώς γύρω από τις έννοιες του θανάτου και της σκλαβιάς.  

Η αρχόντισσα Φωτεινή κατέβηκε στο αμπάρι και γύρισε πίσω σε χρόνο ρεκόρ, κουβαλώντας τα δύο σκυθικά τους τόξα και δύο φαρέτρες γεμάτες με φτερωτά τόξα. Στο κατάστρωμα οι λίγοι στρατιώτες της προσωπικής τους φρουράς, φορούσαν βιαστικά τους αλυσιδωτούς θώρακες τους και ξεθηκάρωναν τις ίσιες λεπίδες τους.

Λαχανιασμένη η αρχόντισσα Φωτεινή,  έφτασε δίπλα στην καστανόξανθη. Παρατήρησε πως κοιτούσε έντονα τους δύο σπιζαετούς που αναπαύονταν δίπλα στην κορακοφωλιά. Ήταν λες και τους μιλούσε. Λογικά θα τους μιλούσε συλλογίστηκε η μαυρομάλλα, η οποία θυμήθηκε πως κατά την διάρκεια της πολιορκίας της Αντιοχείας, οι δύο σπιζαετοί ο Αυγερινός και ο Έξαρχος, της είχαν δώσει την ζωή. Η φίλη της, ήταν εγγονή Σαμάνου από το Κασμίρ και μπορούσε να επικοινωνεί με τα πλάσματα του ζωικού βασιλείου. Ξαφνικά οι δύο σπιζαετοί, άπλωσαν τα φτερά τους και αναχώρησαν προς τον πειρατικό στόλο που τους πλησίαζε, με τα χάλκινα έμβολα της πρύμνης τους, να σχίζουν την γαλανή θάλασσα.


Πλησιάζοντας τα καράβια που έπλεαν το ένα κοντά στο άλλο, ο Αυγερινός κινήθηκε προς την αριστερή γαλέρα ενώ ο Έξαρχος προς την μεσαία. Όρμησαν ταυτόχρονα προς τους πηδαλιούχους. Δυο κραυγές ακούστηκαν μέσα στην ησυχία της νύχτας που είχε καλύψει την θαλάσσια περιοχή γύρω από την νήσο της Χίου. Οι δύο κουρσάροι, οι οποίοι είχαν γευτεί το αίμα αθώων πολλές φορές, ούρλιαξαν σαν τα δεκάδες θύματα τους. Ούτε στους χειρότερους εφιάλτες τους, δεν θα πίστευαν πως θα δέχονταν επίθεση από δύο σπιζαετούς. Τα γαμψά νύχια τους, τους έγδερναν τα μελαψά πρόσωπα τους, ενώ ο ήχος από τα δυνατά φτερά των σπιζαετών, ακούγονταν ολόγυρα τους. Ερυθρό αίμα έτρεχε από διάφορες πληγές τους και μέσα στο πανικό τους, άφησαν τα πηδάλια από τα χέρια τους, προσπαθώντας να διώξουν τους φτερωτούς δαίμονες της νύχτας.

Κάτω από την έναστρη νύχτα, το χέρι της μοίρας ή της δικαιοσύνης οδήγησε την ακυβέρνητη αριστερή γαλέρα κατευθείαν πάνω στην μεσαία γαλέρα. Το χάλκινο έμβολο της εισήλθε με ευκολία στα πλευρά του μεσαίου καραβιού και σφηνώσε μέσα στα σπλάχνα του. Θαλασσινό νερό άρχισε να εισέρχεται με ορμή στα αμπάρια του και άρχισε να βουλιάζει. Και οι τρεις γαλέρες ήταν ήδη υπερφορτωμένες, καθώς είχαν πάνω από διακόσια άτομα πλήρωμα. Η τρίτη γαλέρα δεν σταμάτησε για να βοηθήσουν τους συντρόφους τους. Το χρυσάφι και οι σκλάβοι ήταν πιο σημαντικοί από τις ζωές των κουρσάρων. Μέσα σε λίγα λεπτά οι δύο γαλέρες, ενωμένες στον θανατηφόρο εναγκαλισμό τους, καλύφθηκαν από τα γαλανά νερά. Κανένας από τα πληρώματα των κουρσάρικων δεν ήξερε κολύμπι, καθώς είχαν μεγαλώσει μέσα στις αχανείς ερήμους. Κανένας τους δεν επέζησε, για να κουρσέψει άλλο καράβι.

Οι τοξότες της εναπομείναντας γαλέρας, άρχισαν να ρίχνουν σαν καταιγίδα τα βέλη τους πάνω στους δύο σπιζαετούς, καθώς είχαν συνειδητοποιήσει για ποιο λόγο πέθαναν οι σύντροφοι τους. Ένα τυχερό βέλος πέτυχε το αριστερό φτερό του Αυγερινού, που άρχισε να πέφτει ανεξέλεγκτος προς την ήρεμη θάλασσα. Δευτερόλεπτα πριν βυθιστεί κάτω από την επιφάνεια του νερού, τον άρπαξε ο Έξαρχος με τα γαμψά του νύχια και τον μετέφερε στην φιλόξενη ακτή της νοτιοδυτικής Χίου. Στους κοντινούς λόφους της Χίου η καμινοβίγλα των Κάτω Φανών  έστελνε σήματα καπνού στις κοντινές καμινοβίγλες των Βρουλιδίων και της Αγίας Δύναμης, σχετικά με τον κίνδυνο που πλησίαζε το νησί τους.

Η αρχόντισσα Αναστασία που είδε τις δύο μαύρες γαλέρες να βυθίζονται, έβγαλε την πολεμική ιαχή των κατάφρακτων ιππέων της βυζαντινής αυτοκρατορίας, «Σταυρός Νίκα». Το πλήρωμα για λίγο σταμάτησε να τρέχει πανικόβλητο πάνω στο κατάστρωμα, καθώς αντιλήφθηκαν πως οι δύο από τις πειρατικές γαλέρες βρίσκονταν πλέον στον βυθό της θάλασσας. Η πολεμική ιαχή «Σταυρός Νίκα», βγήκε από τα λάρυγγια των πολεμιστών και των ναυτών και αντήχησε ολόγυρα τους. Το πλήρωμα οπλίστηκε με ότι μπορούσε να βρει. Τσεκούρια, σφυριά, μαχαίρια και αυτοσχέδια ρόπαλα βρέθηκαν στα ιδρωμένα χέρια τους, πάρα το δριμύ ψύχος του Φεβρουαρίου. Με την προτροπή της αρχόντισσας Φωτεινής, ότι λιγοστά έπιπλα υπήρχαν, τοποθετήθηκαν σε συγκεκριμένες θέσεις στο κατάστρωμα της Ιφιγένειας, σαν αυτοσχέδιες ασπίδες. Ανάμεσα στο πλήρωμα και τους λιγοστούς στρατιώτες, βρέθηκε η Μεζμίρα, η μεγάλη γκρι οικόσιτη λύκαινα της αρχόντισσας Αναστασίας, που είχε οσμιστεί τον κίνδυνο που απειλούσε το καράβι.

Με την πειρατική γαλέρα, να πλησιάζει γοργά, καθώς τα κουπιά της κινούνταν με φρενήρη ταχύτητα, οι δύο αρχόντισσες ετοίμασαν τα τόξα τους. Δυο τόξα για να αντιμετωπίσουν μια πειρατική γαλέρα. Οι δύο κοπέλες άρχισαν να ρίχνουν τα βέλη τους με αστραπιαία ταχύτητα και σε λίγο οι κραυγές των τραυματισμένων και ετοιμοθάνατων κουρσάρων αντικατέστησαν τις πολεμικές ιαχές τους.

Μια καταιγίδα από βέλη επισκέφτηκε την Ιφιγένεια αλλά οι αυτοσχέδιες ασπίδες προστάτεψαν την πλειονότητα των Βυζαντινών. Τα βέλη των δύο αρχοντισσών τελείωσαν και τραβώντας τις λεπίδες και τα εγχειρίδια τους, κατέβηκαν από την πρύμνη και βρέθηκαν ανάμεσα στους υπερασπιστές, κάτω από τα φουσκωμένα πανιά της Ιφιγένειας.

«Ετοιμαστείτε για πρόσκρουση», ούρλιαξε η αρχόντισσα Αναστασία, που είδε πως η γαλέρα ετοιμάζονταν να τους εμβολίσει.

«Κρατηθείτε από κάπου», φώναξε η αρχόντισσα Φωτεινή.


Το μπρούτζινο έμβολο βυθίστηκε στην καρίνα της Ιφιγένειας και από το δυνατό τράνταγμα οι επιβαινοντες και τα εμπορεύματα του εμπορικού πλοίου έγιναν ένα και το αυτό. Λόγω της υψομετρικής διαφοράς, καθώς η Ιφιγένεια είχε διπλάσιο ύψος από την γαλέρα, οι Σαρακηνοί αγκίστριστρωσαν σιδερένιους γάντζους στην ξύλινη κουπαστή του εμπορικού και από τα χοντρά σχοινιά που είχαν στερεώσει πάνω τους, άρχισαν να σκαρφαλώνουν με την επιδεξιότητα ακροβάτη.

 Με αλαλαγμούς, οι μουσάτοι μαύροντυμενοι άντρες, με τα μαύρα τουρμπάνια τους, όρμησαν πάνω στο κατάστρωμα της Ιφιγένειας. Οι βυζαντινοί, δεν τους υποδέχτηκαν με παρακάλια αλλά με ατσάλι. Ο πρώτος κουρσάρος που πάτησε το πόδι του στο εμπορικό, συνάντησε τους προγόνους του. Ο κοκκινωπός καπετάνιος της Ιφιγένειας, ο Αλέξιος, αφαίρεσε το τσεκούρι από το κρανίο του νεκρού πειρατή και με ερυθρό αίμα να στάζει από το σίδερο του,  όρμησε σε ένα άλλο Σαρακηνό που έκανε το λάθος και ανέβηκε στο πλοίο του. Η οργή του για την καταστροφή του πλοίου του, τον έκανε να πολεμάει άφοβα, σαν ένα Βίκινγκ μπερσέρκερ που είχε καταναλώσει παραισθησιογόνα μανιτάρια.

Δυο πειρατές με υψωμένες τις λεπίδες τους όρμησαν πάνω στην αρχόντισσα Φωτεινή. Απέκρουσε τον ενα με την αναστροφή του σπαθιού της και εκμεταλλευόμενη την ταχύτητα της επίθεσης του δεύτερου, κατάφερε και τον έσπρωξε πάνω στον σύντροφο του. Η γοργή λεπίδα της διαπέρασε ταυτόχρονα και τους δύο, στο ύψος της καρδιάς τους και τους έστειλε αγκαλιασμενους στον δημιουργό τους.

Ένας θηριώδης Σαρακηνός, επιτέθηκε στην αρχόντισσα Αναστασία και με μια δυνατή γροθιά την έστειλε να φιλήσει το ματωμένο κατάστρωμα. Δεν ήθελε να της κάνει ζημιά, καθώς ήθελε να την απολαύσει μετά. Αυτό ήταν και το λάθος του. Με μια ιαχή, η πολεμίστρια βύθισε την δερμάτινη μπότα της, στα γεννητικά όργανα του γίγαντα. Ο Σαρακηνός τρεκλισε και το τεράστιο σπαθί έπεσε από το τριχωτό χέρι του. Η αρχόντισσα Αναστασία, σηκώθηκε όρθια και σκούπισε το ματωμένο πρόσωπο της, με την αναστροφή του χιτώνα της.  Με το εγχειρίδιο της, του έκοψε το λαρύγγι από άκρη σε άκρη. Ο κουρσάρος κατέρρευσε με ένα γδούπο στο κατάστρωμα και μια μεγάλη κηλίδα αίματος σχηματίστηκε γύρω του.

Δίπλα της, ο αμούστακος νεαρός που είχε εντοπίσει πρώτος τα πειρατικά, ο Μανουήλ, όρμησε σε ένα ρωμαλέο Σαρακηνό, ουρλιάζοντας «επίθεση με σφυρί», καθώς του κατάφερε θανατηφόρα χτυπήματα σε όλο το σώμα του.

Δίπλα στην αρχόντισσα Φωτεινή, η Μεζμίρα στηριγμένη στα πίσω πόδια της, βύθιζε τα σαγόνια της, στο πρόσωπο ενός νεαρού Σαρακηνού. Όταν τελείωσε, το πρόσωπο του νεαρού πειρατή είχε εξαφανιστεί και αυτός ταξίδευε με τον βαρκάρη του κάτω κόσμου.

Η ορμή της επίθεσης των Σαρακηνών είχε εξανεμιστεί. Θεωρούσαν πως το εμπορικό θα ήταν μια εύκολη λεία. Είχε όμως αποδειχτεί σκληρό καρύδι. Είχαν χάσει δύο γαλέρες με τα πληρώματα τους, δεκάδες σύντροφοι τους είχαν σκοτωθεί από τα βέλη των δύο αρχοντισσών, οι βυζαντινοί πολεμούσαν λυσσαλέα και σαν να μην έφταναν όλα αυτά,  υπήρχε και μια θηριώδης λύκαινα που τα δόντια και τα νύχια της, ξέσκιζαν όσους τολμούσαν να ανέβουν στην Ιφιγένεια. Αυτές ήταν οι σκέψεις του ψηλού μαυριδερού άντρα που είχε τραβήξει την δαμάσκηνη λεπίδα του. Ήταν ο Σαιφ αλ Νταρθ, ο αρχηγός των λύκων της θάλασσας. Πριν από δέκα χρόνια είχε συλληφθεί από τους βυζαντινούς μετά από μια ανεπιτυχή επιδρομή του κοντά στην Θεσσαλονίκη. Φυλακίστηκε και θα τον εκτελούσαν αλλά κατάφερε και δραπέτευσε σκοτώνοντας δύο δεσμοφύλακες. Με την οργή να φουντώνει μέσα του, δημιούργησε αυτόν τον στολίσκο και ήταν αποφασισμένος να ταπεινώσει το Βυζάντιο στις ίδιες τις θάλασσες του. Περπάτησε ανάμεσα στους άντρες τους και ούρλιαξε «επίθεση σκυλιά, οποίος δειλιάσει θα γευτεί την λεπίδα μου. Εμπρός».

Ο φόβος των κουρσάρων για τον αρχηγό τους, ήταν μεγαλύτερος από τον φόβο τους για τους βυζαντινούς. Η μάχη αναζωπυρώθηκε με αμείωτη ένταση, καθώς καμία από τις δύο πλευρές δεν υποχωρούσε. Το κατάστρωμα της Ιφιγένειας γέμισε με πτώματα πειρατών και βυζαντινών. Δεν έμελλε όμως να τελειώσει η μάχη στην θάλασσα. Τα θαλάσσια ρεύματα ανάμεσα στην Μικρά Ασία και την Χίο, ήταν απρόβλεπτα και επικίνδυνα. Η Ιφιγένεια και η πειρατική γαλέρα ενωμένες μαζί, έπεσαν σε ένα τέτοιο δυνατό ρεύμα, που τις μετέφερε εν ριπή οφθαλμού προς τους υφάλους της παραλίας των Κάτω Φανών. Οι βυζαντινοί και οι κουρσάροι δεν συνειδητοποίησαν τίποτα καθώς ήταν απασχολημένοι με την μάχη. Ξαφνικά η καρίνα της Ιφιγένειας προσέκρουσε στον ακλόνητο ύφαλο και άνθρωποι και εμπορεύματα βρεθηκαν μέσα στην αφρισμένα θάλασσα.

Η Μεζμίρα πεφτοντας, παρασύρε μαζί της και τρεις κουρσάρους. Το τετράποδο άρχισε να κολυμπάει προς την κοντινή παραλία, ενώ τρεις Σαρακηνοί που δεν ήξεραν να κολυμπάνε, βυθίζονταν στον πάτο της θάλασσας.

Η αρχόντισσα Αναστασία, με τον δερμάτινο θώρακα να την δυσκολεύει στο κολύμπι, κοίταξε τριγύρω της. Είδε πως η αρχόντισσα Φωτεινή, με τον ακόμα ζωντανό καπετάνιο κολυμπούσαν προς την ακτή. Δίπλα της, ο αμούστακος νεαρός, ακόμα κρατώντας το ματωμένο σφυρί του πνίγονταν. Τον άρπαξε και άρχισε να κολυμπάει προς την παραλία, κουβαλώντας τον.

Βρεγμένοι και λαχανιασμένοι οι λιγοστοί επιζώντες της Ιφιγένειας αποβιβάστηκαν στην αριστερή πλευρά της παραλίας. Απέναντι τους, ενενήντα ξέπνοοι Σαρακηνοί έφτυναν αλμυρό νερό. Ο Σαιφ αλ Νταρθ με το σπαθί στο χέρι του, ετοιμάστηκε να οδηγήσει τους κουρσάρους του, σε μια ακόμα σφαγή. Δώδεκα τραυματισμένοι βυζαντινοί και μια λύκαινα, ετοιμάστηκαν για την ύστατη μάχη. Στην θάλασσα, τα δύο πλοία είχαν μετατραπεί σε δύο σπασμένα κουφάρια, με τα κύματα να τα χτυπάνε αλύπητα.

Τους πρόλαβαν όμως τα γεγονότα. Από το μονοπάτι, που οδηγούσε στην ενδοχώρα της Χίου, ακούστηκε μεγάλη οχλοβοή. Δεν ήταν το κατάφρακτο ιππικό της Βασιλεύουσας αλλά ο ντόπιος πληθυσμός της Χίου, που ήρθε να βοηθήσει τους ναυαγούς, ειδοποιήσεις από τις καμινοβίγλες. Σκληραγωγημένοι άντρες και γυναίκες, οπλισμένοι με τσεκούρια, τσάπες, δικράνια, μαχαίρια, δίχτυα και αυτοσχέδια δόρατα γέμισαν την παραλία. Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που κοιμόντουσαν με το ένα μάτι ανοιχτό, ώστε σε περίπτωση επιδρομής των πειρατών, μαζί με τις οικογένειες τους να τρέξουν να κρυφτούν στα βουνά. Άλλοτε τα κατάφερναν και άλλοτε όχι. Γύριζαν στις καμένες οικίες τους, έθαβαν τους νεκρούς τους και άναβαν ένα κερί για όσους θα πωλούνταν σαν σκλάβοι στα σκλαβοπάζαρα των Σαρακηνών. Η θάλασσα τους έδινε ζωή, με το εμπόριο και το ψάρεμα, η θάλασσα τους έπαιρνε την ζωή με τις επιθέσεις των κουρσάρων.

Σήμερα κάτω από την χλωμή ημισέληνο του ουράνιου στερεώματος, ξέσπασαν την συσσωρευμένη οργή τους, πάνω στους Σαρακηνούς. Χωρίς ιαχές επιτέθηκαν στους κουρσάρους. Οι πειρατές ήταν έμπειροι πολεμιστές αλλά ήταν ήδη κουρασμένοι από την μάχη και την θάλασσα. Οι Χιώτες και οι Χιώτισσες έπεσαν πάνω τους, με ένα εκκωφαντικό ήχο, όπως το σφυρί πέφτει πάνω στο αμόνι. Τα εργαλεία της δουλειάς τους, μεταμορφώθηκαν σε εργαλεία θανάτου. Θέρισαν τις γραμμές των πειρατών, σαν ένας ανεμοστρόβιλος ανείπωτης οργής. Τα πτώματα των κουρσάρων που απέμειναν στην αμμουδιά, έμοιαζαν σαν να τους είχαν κατακρεούργησει πλάσματα της φύσης.

Ο Σαιφ αλ Νταρθ, εγκατέλειψε τους άντρες του, επιλέγοντας την φυγή προς την θάλασσα.

«Με θυμάσαι πειρατή;» ρώτησε η Αρχόντισσα Φωτεινή, που στέκονταν ανάμεσα σε αυτόν και την σωτηρία του.

«Κανε άκρη, δεν έχω χρόνο να σου κάνω μάθημα ξιφασκίας», αποκρίθηκε γελώντας ο αρχηγός των κουρσάρων.

«Δεν θυμάσαι, κουρσάρε σου έκανε μάθημα η θεία μου, πριν από δέκα χρόνια και σου πήρε το μάτι σου», είπε η Αρχόντισσα Φωτεινή, προετοιμάζοντας την λεπίδα της.

Ο Σαιφ αλ Νταρθ, άγγιξε το κατεστραμμένο αριστερό μάτι του και αναλογίστηκε την επιδρομή που του κόστισε την ελευθερία του. Θυμήθηκε μια κοκκινομάλλα εξπλοράτορα που πολεμούσε σαν δέκα άντρες και ένα μικρό μελαχρινό κοριτσάκι που έκλαιγε ενώ κρατούσε ένα τρίχρωμο γατάκι στην αγκαλιά της.

«Μεγάλωσες», είπε ο πειρατής και επιτέθηκε.

Η αρχόντισσα Φωτεινή μπλόκαρε με ευκολία την επίθεση του και όρμησε εναντίον του. Τα σπαθιά τους συναντήθηκαν ξανά και ξανά, με σπίθες να ξεπροβάλλουν μέσα στο σκοτάδι. Τριγύρω τους οι εναπομείναντες βυζαντινοί και οι κάτοικοι της Χίου είχαν δημιουργήσει ένα κύκλο.

 Η αρχόντισσα Φωτεινή επιτίθονταν ξανά και ξανά, προκαλώντας αμυχες στο σώμα και στην υπεροψία του Σαρακηνού.  Θυμήθηκε την φωτιά και τα ουρλιαχτά εκείνης της ημέρας και την θεία της να χαμογελάει. Πόσα φοβισμένα βράδια είχε περάσει, μέχρι να βρει το θάρρος, να ζητήσει από τον πατέρα της να την εκπαιδεύσει στα όπλα. Δέκα χρόνια εκπαιδεύονταν για αυτή την στιγμή, για να εξοντώσει τον καταστροφέα της παιδικής της ηλικίας. Η αναπνοή του κουρσάρου γίνονταν όλο και πιο βαριά. Η κοπέλα αποφάσισε να τελειώσει μαζί του. Προσποιήθηκε πως θα επιτεθεί από δεξιά και ο πειρατής μετακίνησε την λεπίδα του για να αντιμετωπίσει την επίθεση της. Για μια στιγμή έμεινε ακάλυπτος από δεξιά. Το εγχειρίδιο της πολεμίστριας, εκσφενδονίστηκε με τρομερή ταχύτητα και καρφώθηκε στο καλό του μάτι. Με ένα ουρλιαχτό ο Σαρακηνός παράτησε το σπαθί του και προσπάθησε να βγάλει το λεπτό μαχαίρι από το μάτι του, ενώ καταριόταν την αντίπαλο του, σε δύο γλώσσες. Με μια αστραπιαία κίνηση, η κοφτερή λεπίδα της, αποκόλλησε το κεφάλι του κουρσάρου από το σώμα του. Το αποκεφαλισμένο  κεφάλι του, κύλησε στην αμμουδιά και το τυφλό πρόσωπο του, έμεινε ακίνητο να κοιτάει την ασημένια ημισέληνο, κάτω από την σκιά της πετρόχτιστης καμινοβίγλα, που ακόμα έβγαζε σήματα καπνού. Αν και τώρα ήταν σήματα νίκης και όχι κινδύνου.

Μέσα σε λίγη ώρα οι ναυαγοί μεταφέρθηκαν στον κάστρο της Χίου, όπου ο τοπικός άρχοντας τίμησε τις δύο αρχόντισσες, προσφέροντας τες, δύο ασημένιους θώρακες που είχαν το έμβλημα της Χίου, μια καθιστή αιγυπτιακή Σφίγγα. Ο Περικλής ο μοναδικός επιζών της φρουράς των δυο αρχόντισσων, βαριά τραυματισμένος δέχτηκε τις φροντίδες μιας χήρας. Καθώς περνούσαν οι μέρες ο Περικλής ανάρρωνε αλλά οι δυο αρχόντισσες εντόπισαν πως είχε δημιουργηθεί μια θέρμη ανάμεσα σε αυτόν και την χήρα. Αποφάσισαν να τον αποδεσμεύσουν από την υπηρεσία τους και του έδωσαν αρκετό χρυσάφι για να ζήσει την καινούργια οικογένεια του, εισπράτοντας τις ειλικρινείς ευχές τους. Ο Αλέξιος μπορεί να έχασε το πλοίο του αλλά ο Δούκας της Χίου, τον όρισε καπετάνιο σε ένα δικό του καράβι, μέχρι να καταφέρει να ορθοποδήσει. Ο Αλέξιος κράτησε μαζί του, τον Μανουήλ, ο οποίος είχε πλέον μόνιμα περασμένο στην ζώνη του χιτώνα του, το σφυρί του.

Στην Χίο κατέφτασε ένας πολεμικός δρόμωνας και μετά από ένα συγκινητικό αποχαιρετισμό, οι δυο αρχόντισσες αποχώρησαν από το νησί της μαστίχας, με τον εκτυφλωτικό ήλιο του μεσημεριού να μεσουρανεί στον ουράνιο θόλο. Καθώς το πολεμικό πλοίο διέσχιζε τα γαλανά νερά του Αιγαίου Πελάγους, με κατεύθυνση την Κωνσταντινούπολη, οι δυο αρχόντισσες στέκονταν αμίλητες στην πρύμνη, κοιτάζοντας την νήσο της Χίου που ολοένα και μίκραινε. Δίπλα τους κυμάτιζε αγέρωχα το αλικό λάβαρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με κεντρικό έμβλημα έναν δικέφαλο αετό στο χρώμα της ώχρας, που κρατούσε μια ρομφαία στο δεξί πόδι και μια υδρόγειο με σταυρό στην κορυφή στο αριστερό του πόδι.

Η αρχόντισσα Αναστασία κοίταξε την σκεφτική φίλη της. Είχε ακούσει την ιστορία με την επίθεση των πειρατών και φαντάστηκε τον φόβο που θα είχε νιώσει η φίλη της, όντας μικρό κοριτσάκι.   

«Πιστεύω, πως η νήσος της Χίου θα θυμάται για αρκετές γενιές την μάχη στην παραλία των Κάτω Φανών», πρότεινε η αρχόντισσα Αναστασία, θέλοντας να βγάλει την φίλη της, από την μουντάδα.

Η αρχόντισσα Φωτεινή κοίταξε την φίλη της και χαμογέλασε. «Και εμείς θα πρέπει να μνημονεύουμε το θάρρος των νησιωτών που προσέτρεξαν για να αντιμετωπίσουν τους Σαρακηνούς.» 

Έξαφνα ανάμεσα τους χώθηκε η Μεζμίρα, χώνοντας την μακριά μουσούδα της, μια στην μια κοπέλα και μια στην άλλη. Γελώντας και οι δυο τους, άρχισαν να χαιδεύουν την οικόσιτη λύκαινα τους, ενώ από πάνω τους φτερούγιζαν δυο γνωστοί σπιζαετοί.

 

 

 

Γιώργος Παλαιστής 🌹

Comments


bottom of page