Ο ΒΟΥΒΟΣ ΑΠΟΗΧΟΣ ΤΩΝ ΦΛΟΙΣΒΩΝ
- ΓΕΡΑΣΙΜΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

- Apr 19
- 5 min read
Μενεξεδένιο πρωινό λαμποκοπά! Πέφτει διάσπαρτο πάνω στον αχνό ορίζοντα.
Στην πρωινή του αφύπνιση βαριανασαίνει από την μακρύγορη άχνα της υπνηλίας.
Το χασμουρητό του ορίζοντα χάσκει σαν βρεφικό χαμόγελο.
Αγνό και παρθένο, ανέγγιχτο ακόμα από τα αναβλύζοντα ηλιακά σπέρματα, που γεννούν αστραπιαίες πτήσεις και μυστικά περάσματα.
Καλύπτουν πρωινά ξεσπάσματα.
Το κίτρινο πανί στραγγίζει τα αιωρούμενα δάκρυα, από την πρωινή πάχνη.
Πάνω ψηλά στα διάφανα συρματόσχοινα, ανεμίζει και αποστραγγίζει η λευκή μπουγάδα του απότομου ξημερώματος.
Χρυσές δαντέλες ξετυλίγονται ανάμεσα στις ακτινωτές βελονιές, για να ράψουν το φουστάνι της γαλανομάτας πριγκίπισσας που η ανάσα της μιλά με τον λαμπρό βασιλιά.
Ερωτικό παιχνίδι έχουν στήσει, σιγομουρμουρίζει του έρωτος στίχους μαγικούς.
Χαιδεύει το μακρύ της σώμα.
Ξεκουμπώνει ένα-ένα τα κουμπιά της, και μαλάζει το φιδίσιο σχήμα της.
Τα πουλιά ζητωκραυγάζουν!
Πανηγυρίζουν εύθυμα! Η έκρηξη του πάθους σκάει πάνω στους αναλλοίωτους και μαύρους φρουρούς. Με μυτερά σπαθιά αντιμάχονται την ασήκωτη έλξη.
Η χημεία των κορμιών ξεσηκώνει τα πλήθη.
Στο βάθος των φλοίσβων ακούγονται ύμνοι για την μελωδία της σμίξης.
Η σινιέ μορφή της πάλλεται από εκρήξεις ηδονής. Κόκκινα υγρά χείλη ανασκαλεύουν τα σωθικά της. Μονόπετρο αστέρι της φορά στα ακροδάχτυλα της. Νυμφεύονται ανάμεσα από τα πέτρινα τοίχη του κρυφού τους κόσμου. Το συρίτι της σφίγγει στην μέση της και αρχίζει να λικνίζεται ξέγυμνη μπροστά στο αχαλίνωτο πάθος, και εγκυμονεί εμβρυοσκοπήσεις. Κοπάδια ψαριών σπαρταρούν! Οι φλοίσβοι ευημερούν! Όστρακα με ανοιχτές τις πύλες τους σαν σεντούκια ξεχύνουν ασημολουστραρισμένα μαργαριτάρια, και φανερώνουν τον απύθμενο θησαυρό τους.
Η καρποφορία βλασταίνει μέσα στην καρδιά της γεμίζοντας ζωή. Και έτσι ήρεμη και αγνή ζει τον μοναδικό της έρωτα που την κατέκτησε πετώντας την σιδερένια πανοπλία του, γυμνός μπρος της και γοητευμένος από τα κάλλη της. Και ο φλοίσβος ψάλλει τα θεικά μεγαλεία αντιγράφοντας τα μεγάλα ουρανικά φτερά που άρχισαν να φτερουγίζουν, αργά-αργά το συννοθύλευμα των αισθήσεων. Κοφτερές λεπίδες ολόγυρα γδέρνουν την βαθιά της σάρκα.
Στρατώνας από λευκούς ανθοστόλιστους ιππότες ξιφομαχούν τους αόρατους εχθρούς.
Γεννά τον θεό ποσειδόνα με την τρίαινα παντοδύναμος παραφυλά τον κίνδυνο. Σκουντάει από εδώ σκουντάει από εκεί και αυτή αρχίζει τον τρελό χορό, έναν χορό ασταμάτητο δεξιά και αριστερά, προσπαθεί να ισιώσει τα άτσαλα της βήματα.
Ο ίσκιος της γίγαντας που σε κυκλώνει.
Πέφτει βαρύς μέσα στην αναταραχή της. Από την χαρά της σηκώνει άσπρη πλερέζα και κρύβει το βρεγμένο της πρόσωπο.
Αλμυρός ιδρώτας την λούζει φοβούμενη μην χάσει τον βηματισμό της.
Σμήνη μακρόσυρτων και τσιριχτών φωνών επικαλούν τα χειροκροτήματα της, καλοστημένο πανηγύρι. Τρεμοπαίζουν τα μακριά της χέρια σβούρα κυλούν μέσα από τα δάχτυλα της, ότι βρει το αρπάζει και μέσα στον ασταμάτητο πανικό της το αφήνει, το πετάει και το σπάει σε κομμάτια.
Στριφογυρίζει και καλπάζει, πηδάει και κατευνάζει.
Και ο μαέστρος με την τρίαινα την κουμαντάρει. Όπως ο βοσκός το μεγάλο του κοπάδι. Μέχρι που αφήνει την τελευταία της ανάσα και ξέπνοη όπως είναι ειρηνεύει. Ω! τι κάλλος που σκεπάζει την απεραντοσύνη της! Αστράφτει φορώντας διαμάντια λευκοραμμένη παρθένα που ξεδιπλώνει τις οδύνες της. Η υγρή της γλώσσα γλύφει τις ξαπλωμένες αμμουδιές και αφήνει την άφρα της να σχηματίσει την σφραγίδα του όρκου της.
Διάχυτα κάγκελα φυλάν τα χρυσά της στεφάνια, αναπαυμένη μέσα στις δάφνες της για το σθένος του μεγαλείου της ψυχής της. Σιγοψήνεται από τις ακτινωτές ηλιαχτίδες, μεθάει από το γλυκόχρυσο κρασί, ζαλίζεται από την κάψα του. Το πνεύμα του δίδιμου εαυτού της σκαρφαλώνει μέχρι τα ουρανικά σύνορα, Και από εκεί φαντάζει τρελά παιχνίδια. Ουρανικά καρφιά σταυρώνουν τους πόνους της. Ανοίγει το ξέφωτο των νεφελώσεων, ύμνοι και τραγούδια ποιήματα και στίχοι συνθέτουν οι άγγελοι.
Πίκρα η αλμύρα της και ξένα δάκρια ξεβράζει. Καημούς και νοσταλγία αφήνει πάνω στο αφρισμένο αποτύπωμα της. Αντανάκλαση πυρός αντιγράφει μέσα στις φλέβες της που κυλά το αιματηρό της ηλιοβασίλεμα.
Τύμπανα διαλαλούν τον εμβρόντητο κρότο της.
Την ασφυξία της που αποπνέει τον αστείρευτο πυθμένα της.
Καμάρι ζηλευτό!
Ποιος είναι εκείνος που δεν λύγισε μπροστά στην αρχοντιά σου;
Ποιος είναι εκείνος που δεν αποζήτησε τα απόμερα νερά σου; Ποιος δεν προσκύνησε τα παλίρροια δεσμά σου;
Ποιος δεν φοβήθηκε τα σκελετωμένα σου σκαριά;
Ποιος δεν έχυσε τα δάκρια του μέσα σου και δεν κατάπιε τους αναστεναγμούς του για τους χαμούς;
Σκιρτάς σε κάθε άγγιγμα του ουρανού και της γης.
Τα πέταλα αναπηδούν σαλπάροντας στην αστραφτερή σου όψη, ψάχνουν τα απέραντα μυστικά σου.
Ιχνηλάτες ταξιδεύουμε ανακαλύπτοντας τόπους μακρινούς. Μονοπάτι ανοίγεις στο διάβα μας, τις απλωμένες σου παλάμες ανοίγεις για να μας καλωσορίσεις, πάνω στις φαρδιές σου πλάτες αφήνουμε την βαριά μας ανάσα. Πάνω στην κόψη των κατακόμβων αλωνίζουν οι ψυχές μας. Πετούν μακριά σαν τους γλάρους που αφήνουν την τελευταία τους κραυγή, και μετά τους καταπίνει η ομοιότητα της λευκότητας. Κατσουφιασμένη λοξοδρομείς χαμηλώνεις τα φώτα, σμίγεις τα φρύδια αφήνεις ελεύθερα τα γκέμια και αιωρείσαι σαν χνούδι.
Σκυθρωπή κάτω από την διώροφη στοά σου. Ξεθωριάζεις πάνω από τις πτυχώσεις.
Μονότονη μουσική παίζουν οι καφετί φλογέρες.
Μέσα στο μεγάλο σου καζάνι βράζει η μιζέρια των ανθρώπων. Βολοδέρνουν τις άμοιρες ψυχές που χαροπαλεύουν!
Οι αναμνήσεις ξεπροβάλλουν μέσα από τους αναστεναγμούς των φλοίσβων που ζητούν την προσοχή σου. Ο θολός καθρέφτης κρυφοκοιτάει τα πειράγματα σου. Ο αέρας φουσκώνει τον μεγάλο σου πίδακα που αναβλύζει επιθυμίες, που ξεδιψούν οι περαστικοί σου. Ο πόνος σου και η ευτυχία σου συγχέονται ξανά. Δυσοίωνη και άμοιρη, πανούργα ξεμυαλίστρο που γοητεύεις και παρασέρνεις τους πάντες. Ζεις το τώρα και σκορπάς το για πάντα.
Τα τιρκουάζ στολίδια σου λαμπροφοράς και τυφλώνει η λάμψη σου!
Μπλε βαθιά μαντίλια ανεμίζουν το ταξίδι σου. Κέρματα κυλούν στην ράχη σου ραγίζοντας καρδιές ξεκλέβοντας τα εσώψυχα. Χαμηλώνεις το βλέμμα μαύρα πανιά ξετυλίγεις παντού. Λαμπάδες στητές σιγοκαίν υμνώντας βαρύ μνημόσυνο για τις χαμένες και άγνωστες ψυχές.
Τυφλά ταξίδια δίχως πυξίδα, βελόνα άσωτη μπρος στην ανεμοθύελλα κάτω από το φεγγαρόφωτο. Χωρίζεις τους ζωντανούς από τους νεκρούς.
Το ανάθεμα σου η ξενιτιά. Μαυροστάλακτη διακρίνεται από το τώρα και το ποτέ.
Τα γλαροπούλια δίνουν το σήμα για την έναρξη σου.
Και η ακροστιχίδα σου λέει πάμε.
Το δόρυ του ξανθού αγγέλου σου κρεμάει το παράσημο της σπάταλης ζωής σου. Ξοδεύεις αλόγιστα τα όνειρα των αθώων παιδιών.
Το όνομα σου φαρμάκι και μέλι.
Ο λευκός καμβάς βλέπει τις αντιθέσεις και τις διαθέσεις.
Και οι φλοίσβοι δραπετεύουν.
Η μιλιά τους απόμακρη βαθιά και άλαλη, γράφουν την δική τους ιστορία.
Η γλώσσα τους μοναδική και σπάνια! Μιλάνε την γλώσσα των ερωτευμένων, των ταξιδιωτών, των μεταναστών, των ναυτικών, και διηγούνται όλη την υπόλοιπη ιστορία του κόσμου. Θάλασσα μου μαγεμένη, θάλασσα μου προικισμένη, θάλασσα μου ονειροπαρμένη, που στην ποδιά σου κρατάς όλους τους τολμηρούς και τους τυχοδιώκτες. Έλα άνοιξε μου τα μάτια σου να δω το κυανό σου. Άνοιξε μου την καρδιά σου για να αντικρίσω το ομορφότερο τοπίο, άνοιξε μου τα γράμματα των φλοίσβων για να διαβάσω όσα δεν ακούστηκαν ποτέ. Κλείσε μου τα μάτια και άσε με να σαλπάρω σε όλου του κόσμου τις γωνιές. Ρίξε άπλετο φως να δω μέχρι που φτάνει η νηνεμία των φλοίσβων μέσα από το απέραντο και χαοτικό σου δρομολόγιο. Ανάερες οι σκέψεις τους που χτυπούν την πόρτα του μυαλού μου. Ξυπνώ και στην χούφτα μου σε βρίσκω, στο πρόσωπο μου καθρεφτίζεσαι.
Στα δάκρια μου σε γεύομαι. Στο σάλιο μου σε καταπίνω.
Στην μήτρα σε συναντώ.
Στην γέννηση ενός καινούργιου φλοίσβου στην νέα σελίδα του κόσμου στο ψιθύρισμα τους είμαστε και πάλι αντάμα.
Γερασιμία Παναγιωτόπουλου 🪽






Comments