Ο αρκούδος της πλάνης...
- ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΣΙΠΟΥΛΑΡΙΔΗΣ

- Mar 23
- 1 min read

Δεν ήμουν μάρτυρας.
Ήμουν ο τόπος.
Πίσω από τον θάνατο,
σε έναν σωρό από
χώματα που κάποτε
ήταν κάτι άλλο,
στάθηκα όπως
στέκονται τα γράμματα
που δεν έχουν επιλογή.
Τα παράθυρα -
ήσαν στραμμένα προς
τα έξω,
ως μάτια που δεν
ντρέπονται.
Δεν έβλεπα.
Με κοίταζαν.
Έμεινα.
Γιατί υπάρχει μια
στιγμή
που το σώμα δεν
πεθαίνει.
Μαθαίνει.
Εικόνα που δεν είχε
λέξεις.
Μόνο ρυθμό.
Σαν κάτι που
επαναλαμβάνεται
για να πείσει τον θετό
Θεό πως υπάρχει.
Κι εγώ,
λίγο πιο χαμηλά από
άνθρωπος,
λίγο πιο κοντά στο
χώμα,
μέτραγα την απόσταση,
ανάμεσα σε αυτό που
ήμουν
και στο αναπόφευκτο.
Δεν φώναξα.
Η φωνή θέλει
αποδέκτη.
Εκεί δεν υπήρχε
κανείς...
Όταν έληξε,
δεν άλλαξε τίποτα.
Αυτό είναι το
χειρότερο.
Τα παράθυρα έμειναν
εκεί.
Ο αέρας συνέχισε να
μπαίνει.
Το σπίτι δεν
κατέρρευσε.
Μόνο εγώ
είχα εξαχνιστεί,
στη σημασία.
Περίμενα λίγο ακόμη,
όπως περιμένουν όσοι
δεν έχουν πια
τι να περιμένουν.
Κι ύστερα μπήκα.
Δεν κοίταξα γύρω.
Δεν χρειαζόταν.
Τα αντικείμενα ξέρουν
πότε έχουν
χρησιμοποιηθεί.
Τον βρήκα εκεί —
τον αρκούδο.
Μικρός,
με μια καρδιά που δεν αντιστοιχούσε σε
τίποτα.
Τον πήρα αγκαλιά
για απόδειξη.
Ότι κάτι
είχε μείνει
ανέγγιχτο.
Από τότε,
μαζεύω ό,τι πετιέται.
Όχι γιατί το θέλω.
Για να αναγνωρίζω
το σχήμα του.
Κάθε φορά
που κάτι
εγκαταλείπεται,
μοιάζει λίγο με μένα.
Κι εγώ
επιστρέφω εκεί.
Όχι στο σπίτι.
Πάντα στο πίσω μέρος
του.
Βασίλης Πασιπουλαρίδης 🪽




Comments