top of page

Κάθε αναμονή ελπίζει σε ένα τέλος



Δεν ήξερε πια, αν ήταν χειμώνας ή

καλοκαίρι.

Μέτραγε τον χρόνο από τον ήχο

των κυμάτων και από τις

πασχαλιές που ανθίζαν.

Γέμιζε τα πνευμόνια της με

αέρα και στα ρουθούνια της

έρχονταν πάντα η μυρωδιά

από τα θυμάρια και η αλμύρα

της θάλασσας.

Σκαρφαλωνε στα βράχια,

γνώριζε όλα τα πατήματα,

την κάθε πέτρα.

Στην ταράτσα του σπιτιού της

είχε βάλει δύο καρέκλες.

Εκεί καθόταν το σούρουπο

περιμένοντας τον,

γέμιζε ώχρα ο ουρανός,

ώχρα και τα μάτια της.

Ένα πρωινό, αέρας φύσηξε δυνατός, ανατρίχιασε το κορμί της.

Ήταν αυτός που είχε φανεί.

Η καρέκλα που τον περίμενε μόνο,

παρέμεινε μοναχή στην ταράτσα .

Δεν την πείραξε ποτέ από τότε.

Ήθελε κάτι να της μαρτυρά ότι

κάθε αναμονή έχει ένα τέλος.



Ρούλα Παγιαλάκη 🌹







Comments


bottom of page