Η γαλήνη της ψυχής
- ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΥ

- Mar 28
- 10 min read

Το τραγούδι στο αυτοκίνητο βοηθούσε την Σοφία να ξεχάσει τον καυγά με τον Σταμάτη. Φυσικά, μέχρι να ξεσπάσει η οργή του και να περάσει ο θυμός του, η Σοφία θα επέστρεφε. Δεν γνώριζε τίποτα για τη ζωή του και ο μόνιμος καυγάς της μαζί του ήταν μόνο αυτός. Καθηγητής της στο πανεπιστήμιο, την ερωτεύθηκε σφοδρά. Το μόνο που της ζήτησε ήταν να γίνει γυναίκα του, δίχως ποτέ να της δώσει την παραμικρή λεπτομέρεια για την οικογένειά του, τους γονείς και τα παιδιά του. Τους χώριζαν είκοσι χρόνια διαφορά ηλικίας μα ο Σταμάτης Γεωργίου ήταν πιο νέος εμφανισιακά από πολλούς τριαντάρηδες. Ερωτεύθηκε τη Σοφία για τα μάτια της, στην κυριολεξία μια θάλασσα γαλάζια λαμπερή, ένα χαμόγελο μαγικό, με τα λεπτά ζυγωματικά να στολίζουν το πρόσωπο της. Ξανθιά, με καλοστημένο σώμα, περπατούσε σαν περήφανη γαζέλα.
Το τραγούδι τελείωσε και η Σοφία άραξε το ακριβό αμάξι της στην Μαρίνα Ζέας. Άναψε το τσιγάρο της κι αναστέναξε. Ίσως είχε έρθει η ώρα να βάλει κάποιον ειδικό, έναν ντετέκτιβ να βρει οποιαδήποτε πληροφορία για το παρελθόν του Σταμάτη. Η ιδέα του ντετέκτιβ τής φάνηκε, αρχικά, αστεία. Ήταν καθηγητής πανεπιστημίου, γόης, με κοινωνική θέση, τι θα μπορούσε να κρύβει που να πρέπει να το μάθει από ντεντέκτιβ; Όμως, ο απόλυτος αποκλεισμός του, κάθε φορά που αυτή ανοίγει κουβέντα για την οικογένεια του, γονείς, ή το ενδεχόμενο ύπαρξης παιδιών, ήταν η αφορμή του καυγά.
«Τι φοβάσαι, Σταμάτη; Νιώθω ότι κρύβεις κάτι που αν τύχει να το μάθω, φοβάσαι μην σε χωρίσω», του έλεγε κάθε φορά.
Εκείνη τη στιγμή, το κινητό της χτύπησε. Ήταν η φίλη της, η Εύα.
«Σοφία, πού είσαι; Σε ψάχνει ο Σταμάτης, πρώτη φορά τον άκουσα έτσι».
«Είμαι στη Ζέα. Και ξέρω ότι είναι στεναχωρημένος, Εύα. Τσακωθήκαμε ξανά για το ίδιο πράγμα. Τον ρώτησα αν έχει παιδιά».
Η Εύα έμεινε σιωπηλή.
«Άκου, Σοφία… Μήπως πρέπει να τον αφήσεις; Σκέψου πως δεν έχεις καταφέρει τρία χρόνια τώρα τίποτα για τα προσωπικά του. Και αυτό το μυστήριο δεν είναι υγιές. Δεν έχετε καν σχέση με συναδέλφους από το πανεπιστήμιο. Πάντα οι δύο σας έξω...»
«Το ξέρω, αλλά δεν μπορώ. Πρώτα από όλα, τον αγαπώ. Δεν φεύγω αν δεν μάθω, στην τελική», κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Η Σοφία βρήκε το γραφείο ενός γνωστού ιδιωτικού ερευνητή, του κυρίου Βασιλειάδη. Το γραφείο του, σκοτεινό και γεμάτο παλιούς φακέλους, βρισκόταν σε έναν ημιώροφο στο κέντρο της Αθήνας. Ο Βασιλειάδης ένας μεσήλικας άνδρας με κούραση στα μάτια και έντονη παρατηρητικότητα, την άκουσε με προσοχή.
«Άρα, κυρία μου, θέλετε να βρω το παρελθόν του κυρίου Σταμάτη Γεωργίου, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο. Και η υποψία σας αφορά την οικογενειακή του κατάσταση;»
«Ναι. Μου έχει πει μονάχα πως είναι μόνος και ότι θέλει να με παντρευτεί. Αλλά δεν ξέρω τίποτα για τους γονείς του, για το πού ζούσε πριν γίνει καθηγητής… Είναι σαν να γεννήθηκε στα τριάντα του».
Ο Βασιλειάδης, γράφοντας κάτι, μουρμούρισε: «τι να κρύβει ο Σταμάτης Γεωργίου, άραγε; Οι άνθρωποι με δημόσια ζωή έχουν, συνήθως, ανοιχτό φάκελο. Θα χρειαστώ δύο τρεις μέρες για τα βασικά, κυρία Σοφία».
Η Σοφία πλήρωσε την προκαταβολή κι έφυγε, νιώθοντας ένα αίσθημα ενοχής και ανακούφισης μαζί.
Δύο μέρες αργότερα, ο ντεντέκτιβ την κάλεσε. Ο τόνος του ήταν ψυχρός και επαγγελματικός.
«Κυρία Σοφία, βρήκα κάποια πρώτα στοιχεία, αλλά δεν είναι απλά. Φαίνεται ότι ο κύριος Γεωργίου δεν έχει δηλωμένους γονείς στο ληξιαρχείο, τουλάχιστον όχι με το όνομά του. Και το πατρώνυμο που χρησιμοποιεί είναι "Σταύρος", όχι το όνομα του πατέρα του».
«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε η Σοφία, με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή.
«Σημαίνει ότι, είτε είναι υιοθετημένος και έχει αλλάξει το όνομά του επίσημα, είτε ότι το όνομά του δεν είναι το πραγματικό. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο, κύρια Σοφία».
«Και τα παιδιά;»
«Εδώ, μένω κι εγώ άναυδος, κυρία Σοφία. Πριν από δέκα χρόνια, ο Σταμάτης Γεωργίου κατοικούσε σε μια μικρή πόλη της Ηπείρου. Και εκεί, είχε ένα γραφείο μελετών, όχι ακαδημαϊκή θέση σε Πανεπιστήμιο. Σύμφωνα με τις φήμες, ο ίδιος φέρεται να είναι παντρεμένος με μια γυναίκα ονόματι Ελπινίκη, η οποία εξαφανίστηκε μυστηριωδώς ένα βράδυ, αφήνοντας πίσω της έναν μικρό γιο».
Η Σοφία ένιωσε το γαλάζιο φως των ματιών της να παγώνει. Την έλουσε κρύος ιδρώτας. Το τραγούδι στο αμάξι, η ερωτική φλόγα, όλα θάφτηκαν κάτω από την τρομακτική υποψία: "ο Σταμάτης δεν ήταν απλά μυστικοπαθής, πιθανό να ήταν ένας άντρας με ένα φάντασμα στη ζωή του".
«Πρέπει να πάω στην Ήπειρο» είπε αποφασισμένη η Σοφία. «Πρέπει να βρω την Ελπινίκη ή τον γιο του».
Έκλεισε το τηλέφωνο μα έτρεμε. Ο φόβος και η οργή για την εξαπάτηση είχαν αντικαταστήσει κάθε ίχνος αγάπης Ο Σταμάτης, ο γοητευτικός, διακεκριμένος καθηγητής, ήταν ένας άντρας με δύο ζωές και ένα σκοτεινό κενό δέκα ετών. Τι είχε συμβεί; Η καρδιά της ήταν χίλια κομμάτια. Η σκέψη της εστίασε αμέσως στην εξαφάνιση της Ελπινίκης, της γυναίκας του. Αν η Ελπινίκη είχε φύγει, ο Σταμάτης ήταν απλά ένας εγκαταλελειμμένος πατέρας και σύζυγος Αν όμως είχε συμβεί κάτι άλλο, τότε η ιστορία γινόταν πιο επικίνδυνη, πιο παράξενη."Ο γιος... είναι παιδί δηλαδή... Η Ελπινίκη το κλειδί στην ιστορία.
Η Σοφία δεν περίμενε ούτε καν την επόμενη μέρα. Φόρτωσε το αυτοκίνητο και ξεκίνησε αμέσως για την Ήπειρο. Το ταξίδι μέσα στα βουνά, από την λαμπερή Αθήνα στη μουντή, πέτρινη επαρχία, ήταν σαν μια βουτιά στη ζωή του Σταμάτη. Η πόλη στην οποία είχε ζήσει ο Σταμάτης ήταν μια μικρή, γραφική πρωτεύουσα νομού, με μια παλιά αγορά και μια λίμνη, που έμοιαζε να κρατάει τα δικά της μυστικά. Η Σοφία, ακολουθώντας κατά γράμμα τις οδηγίες του Βασιλειάδη, βρήκε το παλιό γραφείο μελετών του Σταμάτη. Ήταν ένα εγκαταλελειμμένο ισόγειο, με σκονισμένα τζάμια και μια ξεθωριασμένη πινακίδα που έγραφε:
"ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ"
‒ αν και δεν υπήρχε κανένας "Υιός" εκείνη την εποχή. Η Σοφία πλησίασε έναν γείτονα, έναν ηλικιωμένο μανάβη και ρώτησε δειλά για τον Σταμάτη και την Ελπινίκη. «Ο Σταμάτης ο Γεωργίου; Άριστος μηχανικός» είπε ο κύριος Μήτσος, σκουπίζοντας τον πάγκο. «Αλλά μπελάδες πολλούς, το παλικάρι. Πέρασε δύσκολα. Ναι… Ο πατέρας του, ο Σταύρος, ήταν ένας σκληρός άνθρωπος. Γαιοκτήμονας. Ο Σταμάτης δεν ήθελε να αναλάβει τις δουλειές του. Ήρθε εδώ να ξεφύγει, να γίνει μηχανικός, να παντρευτεί την Ελπινίκη, την κόρη του δασκάλου του χωριού».
Ο Μήτσος τής αποκάλυψε την τοπική εκδοχή της ιστορίας, συνωμοτικά σαν να φοβόταν ότι θα τον ακούσει ο Σταμάτης ακόμα και από την Αθήνα.
«Η Ελπινίκη ήταν η χαρά της ζωής του. Την αγαπούσε Τότε, ο πατέρας του, ο Σταύρος, αρρώστησε βαριά. Πριν πεθάνει, του επέβαλε να επιστρέψει στο χωριό για να αναλάβει τα κτήματα και την οικογενειακή επιχείρηση. Ο Σταμάτης αρνήθηκε. Τρεις μέρες αργότερα, η Ελπινίκη εξαφανίστηκε».
«Τι θα μπορούσε να είχε συμβεί;» ρώτησε η Σοφία, με την καρδιά της να έχει γίνει πέτρα.
«Λένε ότι έφυγε, αλλά το παιδί, τον μικρό Πετράκη, δεν τον πήρε μαζί της. Ποια μάνα, κυρά μου, φεύγει από το παιδί της; Ο Σταμάτης, μετά από αυτό, έγινε άλλος άνθρωπος. Έκλεισε το γραφείο, πήρε τον μικρό και εξαφανίστηκε κι αυτός από την πόλη. Ούτε στο Πανεπιστήμιο δεν δίδασκε τότε, αυτό τώρα συμβαίνει».
Η Σοφία κατάλαβε τώρα.Το μυαλό της Σοφίας κλείδωσε στον γιο: τον Πέτρο. Ήταν πλέον δεκαεφτά χρονών."Ο γιος... ο Πέτρος. Πού βρίσκεται τώρα; Θα είναι μεγάλος.
"Τον πήρε ο Σταμάτης," είπε ο Μήτσος, κοιτώντας τη Σοφία με περίεργο βλέμμα. "Πριν φύγουν, όμως, τον άφησε για λίγο σε έναν ξάδελφο, τον Αγη στο χωριό του Σταμάτη. Κάπου ψηλά στα βουνά, εκεί που ήταν και τα κτήματα. Ο Άγης ήταν ο μόνος που είχε μείνει πιστός στην οικογένεια του Σταμάτη."Η Σοφία ζήτησε οδηγίες για το χωριό. Αυτό δεν ήταν απλά ένα μυστικό, ήταν μια οικογενειακή τραγωδία που ο Σταμάτης προσπαθούσε να θάψει. Και ο Πέτρος, ο γιος, ήταν το ζωντανό απομεινάρι της χαμένης Ελπινίκης.Η Σοφία, οδηγώντας προς τα βουνά σκεφτόταν .... Έπρεπε να βρει τον Πέτρο. Ίσως αυτός να ήξερε τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ που η μητέρα του άφησε πίσω της το παιδί της και εξαφανίστηκε.Η Σοφία συνέχισε την οδήγηση, ανεβαίνοντας όλο και ψηλότερα στα βουνά της Ηπείρου. Ο αέρας γινόταν πιο κρύος και καθαρός, ενώ το τοπίο μεταμορφωνόταν σε μια άγρια ομορφιά, γεμάτη πέτρα και πυκνά δάση. Το χωριό, όπως το περιέγραψε ο Μήτσος, ήταν απομονωμένο.Ο εντοπισμός του σπιτιού του Άγη ήταν εύκολος, καθώς ήταν το μοναδικό μεγάλο, περιφραγμένο σπίτι.Η Σοφία άφησε το αμάξι της στην άκρη του χωριού, αποφασισμένη να μην κάνει αμέσως αισθητή την παρουσία της. Πλησίασε την αυλόπορτα και χτύπησε το κουδούνι.Την πόρτα άνοιξε ο Άγης. Ήταν ένας ψηλός, αδύνατος άντρας, περίπου πενήντα ετών, με ένα πρόσωπο σκαμμένο από τον ήλιο και τη μοναξιά. Τα μάτια του ήταν καχύποπτα."Ποια είστε; Τι ζητάτε εδώ;" ρώτησε με μια βαριά, προφορά."Λέγομαι Σοφία," είπε η Σοφία, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της. "Είμαι... στενή φίλη του Σταμάτη Γεωργίου. Μου είπε ότι φιλοξενείτε τον γιο του, τον Πέτρο. Ήθελα απλώς να τον δω."Στο άκουσμα του ονόματος "Σταμάτης", το βλέμμα του Άγη μαλάκωσε στιγμιαία, αλλά η καχυποψία δεν άλλαξε..."Ο Σταμάτης δεν μου είπε τίποτα. Ο Πέτρος είναι καλά, αλλά... δεν δέχεται επισκέψεις.Δεν φιλοξενώ ζει εδώ...." "Σας παρακαλώ, Άγη. Είμαι εδώ από την Αθήνα. Πρέπει να μάθω τι συνέβη πριν από δέκα χρόνια. Ο Σταμάτης... κρύβεται πίσω από ένα ψέμα."Και γω θέλω να ζήσω μόνο με την αλήθεια."Ο Άγης αναστέναξε βαριά. "Μπείτε μέσα."Την οδήγησε σε ένα μεγάλο, παλιό σαλόνι. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, γεμάτη τη μυρωδιά του καπνού και της παλιάς ξυλείας.Στη γωνία του σαλονιού, καθόταν ένα αγόρι, σχεδόν άντρας, περίπου δεκαεφτά χρονών. Ήταν ο Πέτρος.Ο Πέτρος είχε τα ίδια γαλάζια, λαμπερά μάτια με τη Σοφία, αλλά το βλέμμα του ήταν σκοτεινό.Δεν κοίταξε ούτε τη Σοφία ούτε τον Άγη. Καθόταν αμίλητος, κρατώντας ένα σκίτσο στο χέρι."Πέτρο," είπε ο Άγης, με έναν ήπιο τόνο. "Αυτή είναι φίλη του πατέρα σου. Ήρθε από μακριά,από την Αθήνα.Ο Πέτρος δεν αντέδρασε. Η Σοφία τον πλησίασε."Γεια σου, Πέτρο. Είμαι η Σοφία. Ξέρω ότι η μητέρα σου... η Ελπινίκη, εξαφανίστηκε. Ο πατέρας σου δεν μου έχει πει τίποτα γι' αυτό. Θέλω να τον βοηθήσω. Ήταν η μαμά σου στεναχωρημένη;"Τότε, ο Πέτρος αντέδρασε βίαια .Πέταξε το σκίτσο στο πάτωμα, το οποίο απεικόνιζε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι."Δεν έφυγε," είπε ο Πέτρος, με μια φωνή βαθιά και σπασμένη. "Η μητέρα μου δεν θα με άφηνε ποτέ! Εκείνος την έδιωξε!Η Σοφία κοίταξε τον Άγη, ο οποίος απέφευγε το βλέμμα της."Τι εννοείς, Πέτρο; Ποιος την έδιωξε;""Ο παππούς Σταύρος! Πριν πεθάνει. Όταν ο πατέρας αρνήθηκε να αναλάβει τα κτήματα. Της είπε ότι αν δεν έφευγε, θα έκανε κακό σε εμένα! Την έστειλε μακριά, την ανάγκασε να το σκάσει, για να τιμωρήσει τον πατέρα μου! Η μαμά το έκανε για να με προστατεύσει!"Η αποκάλυψη ήταν σαν κεραυνός. Δεν ήταν ο Σταμάτης που έδιωξε την Ελπινίκη, αλλά ο πατέρας του, ο Σταύρος, ως μια τελευταία, σατανική πράξη εκδίκησης προς τον ανυπάκουο γιο του. Ο Σταμάτης δεν είχε φύγει με ενοχές δολοφόνου ή απατεώνα."Ο Σταμάτης... το ήξερε αυτό;" ρώτησε η Σοφία, γυρίζοντας στον Άγη."Ο Σταμάτης πιστεύει ότι η Ελπινίκη τον άφησε είπε ο Άγης.Ήταν ο μόνος τρόπος να αντέξει. Πίστεψε ότι έφυγε. Αλλά εγώ... εγώ ήξερα τον Σταύρο," ψιθύρισε ο Άγης. "Δεν ήταν δολοφόνος. Αλλά ήταν ικανός να εκβιάσει την κόρη του δασκάλου με τη ζωή του εγγονού του."Τότε, η Σοφία κατάλαβε την αληθινή τραγωδία του Σταμάτη: ζούσε με το βάρος της απώλειας και την πεποίθηση ότι η γυναίκα του τον εγκατέλειψε.Η μόνη του άμυνα ήταν να αποκλείσει το παρελθόν του..."Ο Άγης έχει δίκιο, Σοφία," είπε ο Πέτρος, μιλώντας πλέον καθαρά, κοιτάζοντάς την για πρώτη φορά με τα γαλάζια του μάτια γεμάτα πόνο. "Ο πατέρας μου το πιστεύει ακόμα. Γι' αυτό δεν μιλάει. Αν το μάθει, θα καταρρεύσει.""Και η Ελπινίκη; Την έψαξε κανείς;" ρώτησε η Σοφία."Ο πατέρας μου την έψαξε μόνος του στην αρχή. Ο παππούς Σταύρος, πριν πεθάνει, είχε δώσει εντολή να μην πει κανείς τίποτα. Δεν υπήρχε επίσημη καταγγελία. Λογικά... χάθηκε κάπου στο εξωτερικό, για να είναι ασφαλής,ο παππούς ήταν ασυγχώρητος"Η Σοφία συνειδητοποίησε ότι το να ψάξει ίχνη της Ελπινίκης μετά από δέκα χρόνια, με βάση φήμες και την εντολή ενός νεκρού, ήταν σχεδόν αδύνατο. Η πραγματική μάχη ήταν αλλού.Να απελευθερώσει τον Σταμάτη από το ψέμα."Άγη, ευχαριστώ. Πέτρο, λυπάμαι που έμαθα την ιστορία σου," είπε η Σοφία, σηκώνοντας το σκίτσο του μισογκρεμισμένου σπιτιού. "Θα επιστρέψω στην Αθήνα. Και θα φέρω τον πατέρα σου εδώ.Το ταξίδι της επιστροφής ήταν βαρύ συναισθηματικά.Η Σοφία δεν άναψε ούτε ένα τσιγάροΌταν έφτασε στην Αθήνα, πήγε κατευθείαν στο Πανεπιστήμιο.Βρήκε τον Σταμάτη στο γραφείο του, γερασμένο και κουρασμένο, με τα μάτια του κόκκινα από την έλλειψη ύπνου και την ανησυχία για εκείνη."Σοφία! Πού ήσουν; Έχω αρρωστήσει .Πίστεψα ότι...""Σταμάτη," τον διέκοψε, κρατώντας το σκίτσο του Πέτρου. "Πίστεψες ότι σε άφησα, όπως πίστεψες ότι σε άφησε και η Ελπινίκη."Ο Σταμάτης πάγωσε. Το χρώμα έφυγε από το πρόσωπό του.Ασπρισε."Τι λες... Πώς ξέρεις...;" ψέλλισε, πέφτοντας στην καρέκλα του."Ξέρω ότι ζεις με την πεποίθηση ότι η πρώτη σου γυναίκα σε εγκατέλειψε.Ξέρω ότι το πατρώνυμο 'Σταύρος' είναι το όνομα του πατέρα σου, που σε τιμώρησε γιατί δεν δέχτηκες να γίνεις σαν κι αυτόν.""Ήταν αδύναμη," είπε ο Σταμάτης, με κλειστά μάτια. "Με άφησε για να ζήσει καλύτερα, κρυμμένη. Δεν ήθελα να το ξέρεις, γιατί... αν με ρωτούσες για παιδιά, θα έπρεπε να σου πω για το βάρος μου. Για την ήττα μου."Αυτή με παράτησε ..."Η Ελπινίκη δεν σε άφησε, Σταμάτη," είπε η Σοφία, με μια φωνή γεμάτη σταθερότητα και λύπη. Ο πατέρας σου, ο Σταύρος, την εκβίασε. Την απείλησε ότι θα έκανε κακό στον Πέτρο, αν δεν έφευγε. Αυτή σε αγάπησε τόσο πολύ, που προτίμησε να την νομίζεις άπιστη παρά να κινδυνεύσει το παιδί της."Του έδειξε το σκίτσο. Ήταν η απόλυτη απόδειξη της αλήθειας του γιου του, που ζούσε με αυτό το μυστικό.Ο Σταμάτης έμεινε σιωπηλός για πολύ ώρα. Ήταν η στιγμή της απόλυτης κατάρρευσης και της απελευθέρωσης."Δεν... δεν με άφησε;""Σε προστάτευσε. Και ο Πέτρος το ξέρει. Ζει τώρα στον Άγη, περιμένοντας να του πεις την αλήθεια.Η Σοφία δεν ζήτησε τίποτα. Ζήτησε μόνο την αλήθεια και την αποκατάσταση της σχέσης του Σταμάτη με τον γιο του."Πήγαινε στον Πέτρο τον γιο σου... του είπε. "Μη ζήσεις άλλο με το ψέμα του πατέρα σου. Πήγαινε να ζητήσεις συγγνώμη από τον γιο σου που τον έκανες να πιστέψει ότι η μητέρα του ήταν αδύναμη."Ο Σταμάτης, για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, ένιωσε τον ψυχικό πόνο να αντικαθίσταται από μια αβάσταχτη ελπίδα. Την ελπίδα ότι η Ελπινίκη, όπου κι αν ήταν, τον αγαπούσε ακόμα.Η Σοφία περίμενε τρεις μέρες.Την τέταρτη μέρα, ο Σταμάτης επέστρεψε, όχι στο γραφείο του, αλλά στο σπίτι της Σοφίας. Το πρόσωπό του ήταν πλυμένο από δάκρυα, αλλά τα μάτια του, αν και κουρασμένα, είχαν πάλι τη λάμψη τους."Τον είδα τον Πέτρο. Μου είπε τα πάντα. Μου ζήτησε να μείνω εκεί. Να αναλάβω το γραφείο του Άγη. Να ζήσω μαζί του.""Και εσύ;""Εγώ... θέλω να μείνω μαζί σου, Σοφία. Αλλά όχι εδώ. Η Αθήνα είναι πλέον το ψέμα του Σταμάτη Γεωργίου. Θέλω να γυρίσω πίσω, στον Πέτρο, στην Ήπειρο. Να αναζητήσω ξανά την Ελπινίκη, ως ελεύθερος άνθρωπος. Θέλω να αναστήσω τον εαυτό μου."Η Σοφία χαμογέλασε. Δεν τον αγαπούσε για τον τίτλο του καθηγητή, αλλά για τη θάλασσα που έκρυβε στα μάτια του."Έχω ήδη παραιτηθεί από τη δουλειά μου," του είπε. "Η Ήπειρος είναι όμορφη. Τα γαλάζια μου μάτια έχουν κουραστεί από τη Μαρίνα Ζέας."Ο Σταμάτης και η Σοφία έφυγαν από την Αθήνα. Ο Σταμάτης ανέλαβε το γραφείο μελετών, δουλεύοντας δίπλα στον γιο του, Πέτρο, ο οποίος σταμάτησε να σκιαγραφεί μισογκρεμισμένα σπίτια και άρχισε να σχεδιάζει τα όνειρά του. Ο Σταμάτης δεν βρήκε ποτέ ίχνη της Ελπινίκης, αλλά έμαθε να ζει με την αλήθεια της αγάπης της.Η Σοφία, η περήφανη γαζέλα, βρήκε την αληθινή της θέση δίπλα στον Σταμάτη και τον Πέτρο.δίχως μυστικά, κάτω από τον καθαρό, κρύο αέρα των ηπειρώτικων βουνών. Η αλήθεια, όπως η θάλασσα, μπορεί να είναι άγρια, αλλά μόνο εκεί μπορείς να βρεις την πραγματική γαλήνη.
Εύα Αλιβιζάτου 🌹




Comments