top of page

Η Άφθαρτη Γλυκύτητα της Λήθης ✨

Updated: 6 days ago


Παλεύω με το χρόνο για να ξεχάσω·

όμως ο χρόνος εδώ μυρίζει πάντα εκείνη την άλμη,

τη σκουριά των παλιών καδενών και το υγρό σκοτάδι.

Σαν μεθυσμένος ναύτης που επιμένει να ζωγραφίζει

κύματα φανταστικά πάνω στο τσιμέντο της προκυμαίας,

με αρπάζει κάθε νύχτα απ’ το μανίκι,

ψιθυρίζοντας στο αυτί μου ονόματα νησιών που χάθηκαν.

Κι εγώ τραβιέμαι πίσω, να μην λιποθυμήσω

μέσα στην αποφορά του φτηνού αλκοόλ και της τσιγαρίλας.


Έσκαβα, θυμάμαι,

να βγω απ’ τον τάφο που μου χάρισες·

μια ζωή ψεύτρα, μια εξορία δίχως τέλος.

Μα ο τάφος έγινε ξαφνικά αμπάρι,

σ’ ένα καράβι που ανέβηκα δίχως να μάθω το δρομολόγιο.

Φώναζα· μα ποιος ν’ ακούσει;

Η φωνή πνίγηκε μες στα έμβολα των μηχανών

και στον νοτιά που σάρωσε το κατάστρωμα,

παίρνοντας μαζί του ό,τι κρατούσα ζωντανό

για αποκούμπι στα γηρατειά μου.


Παλεύω με το χρόνο για να ξεχάσω

το ανόητο ύφος σου, εκείνη τη λυσσασμένη τρέλα

που θύμιζε δέκα μποφόρ μέσα στην κόρη των ματιών σου.

Νόμιζες πως νίκησες· μα η θάλασσα δεν γνωρίζει νικητές.

Ταξιδιώτες είμαστε όλοι,

φορτωμένοι με τις δικές μας ενοχές,

κοιτάζοντας επίμονα το ίδιο, μυθικό, σβησμένο αστέρι.


Κι εσύ, κρύβεσαι ακόμα πίσω από άθλους ανάξιους,

σαν απόμαχος ναύαρχος με το τσιγάρο κολλημένο στα χείλη·

παριστάνεις τον θαλασσοδαρμένο θρύλο σε καπηλειά σκοτεινά,

εκεί που κανείς δεν σε γνωρίζει, κανείς δεν θυμάται

ούτε το βλοσυρό σου πρόσωπο, ούτε το φθαρμένο σου όνομα.


Τώρα παλεύω με το χρόνο κάτω απ’ τη βροχή.

Μια βροχή που μούσκεψε το πετσί μου,

που πότισε το χώμα και το μάρμαρο του άγραφου τάφου μου.

Η κλεψύδρα γυρίζει ανάστροφα,

μια άγκυρα που σηκώνεται βιαστικά

για να γλιτώσει το σκαρί απ’ το στοιχειωμένο λιμάνι.

Κι εκείνη η γυναίκα, που πίναμε μαζί καφέ τα ξημερώματα,

μου κουνά τώρα ένα λευκό, μοναχικό μαντίλι.


Την «εν τάφω ζωή» μου την κέρδισα επάξια.

Έγινα Οδυσσέας σε μια θάλασσα που όλο μεγάλωνε,

δίχως θεούς να με καθοδηγούν, δίχως χάρτες, δίχως πυξίδα.

Μόνο με το κρυσταλλωμένο αλάτι πάνω στις πληγές

κι έναν μπούσουλα που έτρεμε

σαν το χέρι ενός ανικανοποίητου εραστή.


Κι έφτασα, επιτέλους, να δω την Ιθάκη μου

μέσα στα συντρίμμια της μνήμης.

Κάθε σανίδι και μια ανάμνηση,

κάθε κόμπος σχοινιού και μια συγχώρεση

κλεισμένη στο φυλαχτό που ορίζει το μέλλον.


Παλεύω με το χρόνο για να ξεχάσω…

Αποτιμώντας τη ζωή, χάνομαι στα θαύματα του βυθού.

Αποτιμώντας τον εαυτό μου, ξέρω πως μου άξιζε

να φτάσω στο πρώτο λιμάνι κρατώντας ένα κλαδί βάγια.

Να συναντήσω εκείνη την αιώνια στιγμή

που ο κόσμος γίνεται, επιτέλους, πιο ανθρώπινος·

εκεί που οι άνθρωποι δοκίμασαν το χαμόγελο,

πριν χαθούν στην άφθαρτη γλυκύτητα του άπειρου.


Γύρισα το κλειδί στην πόρτα δύο φορές.

Άφησα ένα σημείωμα: «Μην με περιμένετε».

Δεν θα επιστρέψω. Ήδη έχω ξεχάσει.

Κι έτσι, ο χρόνος έμεινε πίσω μου, αδειανός και γαλήνιος.




© Παναγιώτης Κουμουνδούρος 🪽

Comments


bottom of page