top of page

Βοηθάς ένα αδέσποτο,σε σώζει το αδέσποτο ✨


«Γνώρισα τους ανθρώπους και αγάπησα τα ζώα.»

Μενέλαος Λουντέμης, Έλληνας συγγραφέας (1912-1977)


Θεσσαλονίκη, 04 Απριλίου 2025 02:00


Η εικοσάχρονη λυγερόκορμη μελαχρινή κοπέλα περπατούσε κατά μήκος της Αγίου Δημητρίου, με το μακρύ μπεζ παλτό της, σφικτά τυλιγμένο γύρω από το νεανικό σώμα της. Κατευθύνονταν προς το διαμέρισμα της, στην Άνω Πόλη. Είχε φύγει εδώ και τριάντα λεπτά από ένα μπαράκι στην πλατεία Αριστοτέλους, όπου διασκέδαζε με την παρέα της. Περπατούσε με δυσκολία καθώς είχε καταναλώσει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ και ο αέρας που φυσούσε, ανακάτωνε τα μακριά μαλλιά της. Λόγω της ώρας η κίνηση των οχημάτων στο δρόμο ήταν ελάχιστη και δεν υπήρχε ούτε ένας διαβάτης στο βρεγμένο πεζοδρόμιο. Είχε ξεκινήσει να βρέχει εδώ και λίγα λεπτά. Η Ελένη σπούδαζε εδώ και δυο χρόνια στο τμήμα πληροφορικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης,. Είχε έρθει από το Ναύπλιο, την ξεχωριστή πατρίδα της. Ακόμα όμως αναπολούσε την παραθαλάσσια πόλη της, η οποία βρέχεται από τον Αργολικό κόλπο.

Καθώς περπατούσε με τις μαύρες μπότες της, πάνω στο γλιστερό πεζοδρόμιο, ο νους της γύρισε πίσω, στην πρώτη πρωτεύουσα του Ελληνικού Κράτους. Αναλογίστηκε τα γραφικά στενά σοκάκια της παλιάς πόλης του Ναυπλίου. Θυμήθηκε τις μεθυστικές βουκαμβίλιες που ξεφύτρωναν, από τα μεταλλικά μπαλκόνια, σε μια πανδαισία χρωμάτων όπως μωβ, κόκκινο και λευκό. Συλλογίστηκε την πολυσύχναστη πλακόστρωτη πλατεία Συντάγματος, με τα ιστορικά διατηρητέα κτίρια της και τα καταστήματα πέριξ της, γεμάτα με μια πληθώρα τουριστών από κάθε μέρος της υφηλίου. Ξεχωριστή θέση στην καρδιά της, είχαν τα ζαχαροπλαστεία στην πλατεία Συντάγματος, που ήταν πάντα ασφυκτικά γεμάτα με οικογένειες με μικρά παιδιά. Ήταν λογικό όμως καθώς οι μεθυστικές μυρωδιές από τα παραδοσιακά γλυκά όπως, τα εύγευστα αμυγδαλωτά, τα νόστιμα γλυκά του κουταλιού, τα γευστικά λουκούμια και το χειροποίητο αναπλιώτικο παγωτό, πάντα πλημμύριζαν τους υποδοχείς της όσφρησης των περαστικών. Αναλογίστηκε τον αγέρωχο πέτρινο φρουρό του Ναυπλίου, το γρανιτένιο φρούριο του Παλαμηδίου, που δέσποζε πάνω από την πόλη του Ναυπλίου και που στα μπουντρούμια του, κάτω από άσπλαχνες συνθήκες κράτησης, είχε φυλακιστεί άδικα ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο ήρωας της ελληνικής επανάστασης του 1821.

Ξαφνικά άκουσε ένα αδύναμο σκυλίσιο κλαψούρισμα. Σταμάτησε και είδε ένα υποσιτισμένο γερμανικό λυκόσκυλο να την κοιτάει με τα κάστανα μάτια του. Είχε βγει από μια σπασμένη γυάλινη πόρτα, ενός εγκαταλελειμμένου ισογείου μαγαζιού. Αναρωτήθηκε πόσες ημέρες θα ήταν νηστικό. Πρόσεξε πως τα μάτια του είχαν εστιάσει στην διάφανη σακούλα, που κρατούσε στα λεπτεπίλεπτα χέρια της. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Άνοιξε την σακούλα, ξετύλιξε το αλουμινόχαρτο και η οσμή του ξεροψημένου χοιρινού γύρου και του μυρωδάτου τζατζικιού, κατέκλυσε τους οσφρητικούς κάλυκες της Ελένης και του τετράποδου. Αφαιρώντας την λαδόκολλα το ακούμπησε μπροστά στο σκυλί. Το γερμανικό λυκόσκυλο δίστασε για μερικά δευτερόλεπτα. Ποιος ξέρει πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος του πρόσφερε τροφή με ανιδιοτέλεια.

«Για σένα είναι μικρέ μου», του είπε η Ελένη με την γλυκιά φωνή της.

Το τετράποδο άρχισε να κουνάει χαρούμενα την ουρά του και βύθισε τα δόντια του, στην τροφή. Μέσα σε δύο λεπτά είχε εξαφανιστεί το σάντουιτς και το σκυλί πλησίασε την Ελένη και βύθισε την μαύρη μουσούδα του, στο στέρνο της Ελένης που είχε γονατίσει από πάνω του. Η κοπέλα άρχισε να του χαϊδεύει το πυκνό καφέ τρίχωμα του και τα πεταχτά αυτιά του. Το σκυλί γύρισε ανάσκελα, αποκαλύπτοντας την κοιλιακή χώρα του στην Ελένη. Γελώντας, του χάιδεψε και την εκτεθειμένη κοιλιά του. Μετά από μερικά λεπτά σηκώθηκε όρθια.

«Θα ξανάρθω, μην φύγεις», είπε η Ελένη και ξεκίνησε πάλι για την οικία της, με το μεθύσι να έχει αρχίσει να υποχωρεί.

Βάδιζε για περίπου πέντε λεπτά, ενώ είχε αρχίσει να σκέφτεται πως θα ήταν καλό να είχε ένα σκυλί στο διαμέρισμα της. Η σπιτονοικοκυρά της, η κυρία Ευφροσύνη δεν θα είχε αντίρρηση, αφού η ίδια της ήταν και μέλος της τοπικής φιλοζωικής οργάνωσης της Άνω Πόλης.



Ούτε που είδε τον κατάχλομο τοξικομανή που πετάχτηκε μπροστά της, με σκισμένα ρούχα και με ένα κοφτερό σουγιά στο τρεμάμενο χέρι του. Βρέθηκε δίπλα της και την τράβηξε με το ζόρι, μέσα στην ανοιχτή είσοδο μιας πολυκαιρισμένης πολυκατοικίας.

Η Ελένη δεν πάγωσε, θυμήθηκε που είχε δει ένα ντοκιμαντέρ στο youtube, στο οποίο ο παρουσιαστής συμβούλευε πως σε περίπτωση ληστείας, το θύμα θα έπρεπε να δώσει αμέσως τα τιμαλφή στον ληστή, ώστε να το αφήσει να φύγει, χωρίς να υποστεί κακομεταχείριση.

«Έχω μόνο είκοσι ευρώ στο πορτοφόλι μου. Πάρε τα και σε παρακαλώ άσε με να φύγω. Δεν θα πω τίποτα», παρακάλεσε η Ελένη τρέμοντας σύγκορμη, καθώς της ακούμπησε την ματωμένη λεπίδα του στο λαιμό της. Τώρα που ήταν τόσο κοντά της, η δυσωδία του άντρα ήταν αβάστακτη. Είχε αρκετούς μήνες να κάνει μπάνιο, σκέφτηκε ένα αποστασιοποιημένο κομμάτι του μυαλού της.

«Γιατί βιάζεσαι μικρή μου, δεν σου αρέσω;» ειρωνεύτηκε ο ληστής. Άρχισε να γελάει τρανταχτά και εμφάνισε δυο σειρές από χαλασμένα δόντια, απόρροια της εκτεταμένης χρήσης ναρκωτικών και αλκοόλ.

«Σε παρακαλώ, άσε με. Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω, μια φοιτήτρια είμαι», ικέτεψε η Ελένη, με τα πρώτα δάκρυα να εμφανίζονται στα γαλανά μάτια της.

«Έχεις και άλλα πολλά να μου δώσεις», απάντησε ο ναρκομανής, καθώς κοιτούσε με λαγνεία τα καλλίγραμμα πόδια της, που διαγράφονταν ανάμεσα από το ανοιχτό παλτό της.

«Όχι, βοήθεια», φώναξε η Ελένη με όλη την δύναμη των πνευμόνων της.

«Πάμε», διέταξε ο τοξικομανής και άρχισε να την τραβάει με το ζόρι, προς το βάθος της σκοτεινής πολυκατοικίας.

Έξαφνα μια σκούρα καφέ φιγούρα όρμησε πάνω στον ληστή. Τα δυνατά σαγόνια του γερμανικού λυκόσκυλου βυθίστηκαν στον δεξιό ώμο του τοξικομανή. Ο ληστής ούρλιαξε, άφησε την Ελένη και του έπεσε ο σουγιάς του, στο σκονισμένο δάπεδο. Ο τοξικομανής έκανε μερικά αβέβαια βήματα, έχοντας το σκυλί ακόμα στην πλάτη του. Είχε πλησιάσει στο χείλος της στριφογυριστής σκάλας, που οδηγούσε στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Το σκυλί έσπρωξε τον ληστή κάτω στις σκάλες, ενώ ταυτόχρονα το ίδιο προσγειωνόταν ασφαλή πάνω στις τέσσερις πατούσες του. Ο τοξικομανής κύλησε πάνω στα σκονισμένα σκαλοπάτια, με κάθε σκαλοπάτι που κατέβαινε να αποτελεί και ένα χτύπημα στα κόκκαλα του. Όταν μετά από μισό λεπτό έφτασε στον πάτο του υπόγειου, άρχισε να καλεί σε βοήθεια, καθώς είχε σπάσει και τα δύο του πόδια. Του είχε φύγει η όρεξη να ληστέψει και να βιάσει μια νεαρή φοιτήτρια.

Η κοπέλα κοίταξε τον σωτήρα της και δεν το πίστευε, ήταν το τετράποδο που είχε ταΐσει πριν από λίγο. Γονάτισε και αγκάλιασε το πιστό γερμανικό λυκόσκυλο, που της είχε μόλις σώσει την ζωή.

Από μακριά ακούγονταν οι εκκωφαντικές σειρήνες των οχημάτων έκτακτης ανάγκης, που είχαν ενημερώσει οι περίοικοι ακούγοντας τις κραυγές της κοπέλας, αλλά η Ελένη και το σκυλί παρέμειναν σφιχταγκαλιασμένοι.


Θεσσαλονίκη, 04 Απριλίου 2026 07:00


Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπάει με τον κοφτερό ήχο του να θρυμματίζει την γαλήνη της πρωινής ημέρας. Η Ελένη σηκώθηκε από το κρεβάτι της και άνοιξε τις διπλές μπαλκονόπορτες για να μπει ο ζωογόνος ήλιος. Αντίκρισε την απίστευτη θέα του Θερμαϊκού πελάγους να ξεδιπλώνεται μπροστά της, ενώ δίπλα της υπήρχε το καταπράσινο δάσος του Σειχ Σου με τις μεθυστικές μυρωδιές του. Στον απέναντι τοίχο υπήρχε κορνιζαρισμένη, η πρώτη σελίδα μιας τοπικής εφημερίδας. Το κεντρικό άρθρο είχε τίτλο «Αδέσποτο γερμανικό λυκόσκυλο σώζει νεαρή φοιτήτρια» και από κάτω υπήρχε η φωτογραφία της Ελένης και του σκυλιού στο τοπικό κτηνιατρείο, κατά την διαδικασία της υιοθέτησης του, από την κοπέλα. Τον είχε ονομάσει Λάζαρο καθώς η 4 Απριλίου εκτός από την παγκόσμια ημέρα των αδέσποτων ζώων ήταν και η γιορτή του Λαζάρου, που γύρισε από τον άλλο κόσμο.

Πρόσεξε πως ο Λάζαρος που κάθονταν αναπαυτικά πάνω στο κρεβάτι της, έκανε πως κοιμόνταν.

«Υπναρά», είπε η Ελένη, καθώς πήγαινε προς την κουζίνα για να ετοιμάσει τον πρώτο καφέ της ημέρας. Θα έρχονταν τρέχοντας σκέφτηκε, καθώς θα γέμιζε το μπολ του, με την ξηρή τροφή του με γεύση κοτόπουλο.

Ο Λάζαρος κάλυψε τα μάτια του, με τις μπροστινές πατούσες του και βυθίστηκε στον ονειρικό κόσμο των γερμανικών λυκόσκυλων.



Γιώργος Παλαιστής 🌹


Comments


bottom of page