top of page

Ακολουθία 🪽


Ετούτος ο κόσμος,

αναλλοίωτος στη βαναυσότητά του,

αιωρείται ανάμεσα στο κενό ζωής και θανάτου.

Μαρτύριο.



Θάβει τους καρπούς του, τον έναν

μετά τον άλλον.

Κρατά τη συμφορά στα στήθη,

λατρεύει τα χρώματα, ληθεί τα

χώματα.

Άφοβα.

Ύστερα θρηνεί.



Παίρνει στο κατόπι την αιωνιότητα,

λιθοβολεί τον θάνατο.

Κι από τα κέρματα που έκρυψε

κάτω απ' τα σύνεφφα,

δύο κρατά.

Ένα για κάθε μάτι.



Τραυλίζει μέσα στην ενότητά του.

Γεμάτος πλάνες αλήθειας και

ανάγκης.

Ωραίος σαν έρωτας.

Ξέγνοιαστος σαν γέννα.

Παρηκμασμένος σαν τέφρα.

Αποζητά στα εφήμερα τα ανήμερα.



Όσα κερδίζει, τα σκορπά.

Όσα σκορπά, τα χαίρεται.

Όσα χαίρεται, τα χαιρετά.

Όσα χαιρετά, τα ξεχνά.



Κρατά τους σπόρους μ' έναν διάφανο

κρίνο.

Μα φυσά.

Και σκορπίζει.

Έτσι απλώνεται η μάταιη δόξα του,

ξεχνώντας πως ήξερε τα πάντα,

κι όλα τα αγνοούσε,

αγκομαχώντας.



Κι εγώ,

ο φλύαρος,

που ακόμη σε καταδιώκω

ως των λέξεων τον ορίζοντα,

δεν βρίσκω την άκρη σου.

Κι ας σε έδεσα μ' έναν μίτο,

κι ας σε παρέδωσα σε μιαν Αριάδνη.

Γιατί πάντοτε είχα μανία

με τον λαβύρινθο που με έθρεψε.



Κι όταν ήρθε η ώρα σου,

είπα:

«Και στα δικά μας.»

Κι όταν ήρθε η ώρα μου,

είπες:

«Θυμίστε μου τ' όνομα.»



Έτσι πεθαίνουν οι Μινώταυροι

στον κόσμο ετούτο.

Σφαγμένοι απ' την περιέργεια.

Σφαλισμένοι στον μύθο.

Στραγγαλισμένοι

στην καρδιά.


Βασίλης Πασιπουλαρίδης 🪽

Comments


bottom of page