Αγκάθι, Σκόρδο και Κόκκινη κλωστή 🌹
- ΕΡΩΔΙΤΗ ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

- Apr 27
- 14 min read
Το χωριό Ασφένδου στην Κρήτη βρισκόταν στα Σφακιά και ήταν από εκείνα τα παλιά κρητικά χωριά με λίγα σπίτια, στενά καλντερίμια, αυλές γεμάτες αγριόχορτα και πόρτες που έτριζαν με το παραμικρό φύσημα του ανέμου.
Ήταν παραμονές Πρωτομαγιάς και η κυρά Ευτέρπη, η πιο μεγάλη σε ηλικία γυναίκα του χωριού, καθόταν ήρεμη στη βεράντα του σπιτιού της.
Δίπλα της είχε αφημένα μερικά αγριολούλουδα, σκόρδο, αγκάθια κι ένα κόκκινο νήμα.
Εκείνη και μερικοί ακόμη ηλικιωμένοι κάτοικοι του χωριού ήταν από τους ελάχιστους που είχαν απομείνει.
Στερέωσε τα γυαλιά στην άκρη της μύτης της, πήρε μερικά λουλούδια στο χέρι, μαζί με το νήμα, και ξεκίνησε να πλέκει το στεφάνι.
Ξαφνικά, το παντζούρι από το διπλανό σπίτι άνοιξε απότομα.
Η Ευτέρπη έσμιξε τα φρύδια. Το κεφάλι ενός κοκκινομάλλικου μικρού αγοριού ξεπρόβαλε και κοίταξε πέρα δώθε.
Όταν γύρισε προς τα δεξιά, κάρφωσε το περίεργο βλέμμα του πάνω της. Τα στρογγυλά καστανά του μάτια έμειναν πάνω της και την περιεργάστηκαν με απορία.
Η Ευτέρπη δεν είχε διάθεση για τις περίεργες ερωτήσεις ενός παιδιού τη δεδομένη στιγμή.
Εκείνο που την ενδιέφερε ήταν να προλάβει να ολοκληρώσει το στεφάνι της.
Και είχε ήδη αργήσει για φέτος. Λίγες ώρες έμεναν μονάχα μέχρι τα μεσάνυχτα και ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα.
Όμως το μικρό αγόρι δεν είχε σκοπό να τα παρατήσει τόσο εύκολα. Σκαρφάλωσε στο περβάζι, πήδηξε στο έδαφος και την πλησίασε. Στάθηκε μπροστά της.
Η Ευτέρπη δεν μπόρεσε παρά να σηκώσει το κεφάλι της.
Κοίταξε το προσωπάκι του, που ήταν γεμάτο φακίδες, και τα μαλλιά του, που πετούσαν ατίθασα γύρω από το κεφάλι του, σαν μικρές φλόγες.
«Τι κάνεις εκεί;» τη ρώτησε.
Η Ευτέρπη έσφιξε τα χείλη της και πέρασε το κόκκινο νήμα γύρω από ένα ματσάκι αγριολούλουδα. «Στεφάνι κάνω.
Δε θωρείς;»
Το αγόρι έγειρε το κεφάλι στο πλάι. «Γιατί έχει σκόρδο; Τα στεφάνια δεν έχουν σκόρδο.
Η μαμά μου λέει πως τα στεφάνια είναι με λουλούδια».
«Η μάνα σου πολλά λέει» μουρμούρισε η Ευτέρπη, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
Το παιδί δεν έδειξε να ενοχλείται. Αντίθετα, πλησίασε περισσότερο και στάθηκε σχεδόν πάνω από τα γόνατά της. Άπλωσε το χέρι του προς τα αγκάθια, μα η γριά τού έδωσε ένα ελαφρύ χτύπημα στα δάχτυλα.
«Μην τα πιάνεις αυτά».
«Γιατί;»
«Γιατί τσιμπούνε».
«Και γιατί τα βάζεις στο στεφάνι, αφού τσιμπάνε;»
Η Ευτέρπη αναστέναξε. «Για να τσιμπήσουν ό,τι δεν πρέπει να περάσει».
Το αγόρι ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Τι δεν πρέπει να περάσει;»
Η Ευτέρπη σταμάτησε για μια στιγμή το πλέξιμο. Τα δάχτυλά της έμειναν ακίνητα πάνω στα λουλούδια. Ένα μικρό αεράκι πέρασε από το καλντερίμι και έκανε τα ξερά φύλλα να συρθούν πάνω στις πέτρες. «Ο Μάης» είπε σιγανά.
Το παιδί την κοίταξε με απορία και ύστερα γέλασε. «Μα ο Μάης είναι μήνας.
Δεν περπατάει».
Η Ευτέρπη γύρισε αργά το κεφάλι της και κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του. «Όλα περπατούνε, άμα τα καλέσεις».
Το γέλιο του παιδιού κόπηκε. «Και το κόκκινο νήμα;» ρώτησε μετά από λίγο, πιο ήρεμα. «Γιατί το βάζεις;»
«Για να δένει τον κύκλο».
«Κι αν δεν τον δέσεις;»
Η Ευτέρπη έσφιξε το νήμα τόσο δυνατά, που οι αρθρώσεις των δαχτύλων της άσπρισαν. «Ε, τότε ο κύκλος ανοίγει».
Το αγόρι κοίταξε το μισοτελειωμένο στεφάνι. Τα λουλούδια ήταν όμορφα, μα έτσι όπως τα είχε δεμένα η γριά, με το σκόρδο και τα αγκάθια ανάμεσά τους, έμοιαζαν αλλόκοτα. «Και τι μπαίνει από μέσα;»
«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε απότομα.
«Αναστάση».
«Και ήντα τριγυρνάς μοναχός σου, Αναστάση;»
«Δεν τριγυρνάω μόνος μου. Η μαμά μου είναι μέσα. Μιλάει στο τηλέφωνο. Συνέχεια μιλάει στο τηλέφωνο».
Η Ευτέρπη έκανε έναν μορφασμό. «Τση Μέλπως είσαι εγγονός;»
Το παιδί ανασήκωσε τους ώμους.
«Η γιαγιά μου λεγόταν Μέλπω. Δεν τη γνώρισα. Η μαμά λέει πως ήταν…» σκέφτηκε για λίγο τη λέξη. «Παράξενη».
Η Ευτέρπη χαμήλωσε το βλέμμα της στο στεφάνι. «Παράξενη» επανέλαβε σιγανά. «Ετσά το λένε τώρα».
Το αγόρι άπλωσε πάλι το χέρι, αυτή τη φορά προς το κόκκινο νήμα. «Μπορώ να βοηθήσω;»
«Όχι».
«Γιατί;»
«Γιατί δεν ξέρεις».
«Μπορείς να μου δείξεις».
«Δεν είναι παιχνίδι».
«Η μαμά λέει πως αυτά είναι χαζομάρες. Πως δεν υπάρχουν μάγια και τέτοια. Πως οι άνθρωποι παλιά τα έλεγαν αυτά επειδή δεν ήξεραν γράμματα».
«Η μάνα σου να προσέχει ήντα λέει».
Ο Αναστάσης γύρισε ενστικτωδώς προς το σπίτι του, σαν να περίμενε να τη δει στο παράθυρο. Δεν φαινόταν κανείς. «Εμείς δεν έχουμε στεφάνι στην πόρτα».
Τα δάχτυλα της Ευτέρπης σταμάτησαν. Γύρισε το βλέμμα της στην είσοδο του διπλανού σπιτιού. «Να πεις στη μάνα σου να βάλει» είπε κοφτά.
«Δε θα βάλει».
«Να τση το πεις».
«Κι αν δε βάλει;»
Η Ευτέρπη άνοιξε το στόμα της να απαντήσει, μα δεν πρόλαβε.
«Αναστάση!»
Μια αυστηρή φωνή ακούστηκε από το διπλανό σπίτι. Το παιδί τινάχτηκε και γύρισε αμέσως.
Στην πόρτα είχε εμφανιστεί μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, ψηλή, με ίσια καστανά μαλλιά πιασμένα χαμηλά στον αυχένα. Φορούσε ένα ακριβό λευκό πουκάμισο, μαύρο παντελόνι και σακάκι ριγμένο στους ώμους, παρότι η μέρα ήταν ζεστή. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα κινητό και στο άλλο τα κλειδιά του σπιτιού. Έμοιαζε παράταιρη μέσα στο χωριό, λες και είχε βγει από αίθουσα δικαστηρίου και είχε βρεθεί κατά λάθος ανάμεσα στις πέτρες και στα αγριόχορτα. Το βλέμμα της στάθηκε πρώτα στο παιδί και ύστερα στην Ευτέρπη.
«Σου είπα να μην ενοχλείς τους ανθρώπους» είπε στο αγόρι, πλησιάζοντας.
Ο Αναστάσης κατέβασε το κεφάλι.
Η Ευτέρπη έγειρε πίσω στην καρέκλα της και την κοίταξε κάτω από τα γυαλιά της. «Δε μ’ ενόχλησε το κοπέλι».
Η γυναίκα τής χάρισε ένα βεβιασμένο χαμόγελο. «Χαίρομαι. Παρ’ όλα αυτά, προτιμώ να μην ακούει ιστορίες που θα του προκαλέσουν εφιάλτες».
«Οι εφιάλτες δεν έρχονται από τσι ιστορίες» είπε η Ευτέρπη. «Έρχονται όταν δεν τσι πιστεύεις».
Το ψεύτικο χαμόγελο της γυναίκας έσβησε. «Εσείς πρέπει να είστε η κυρία Ευτέρπη. Υποθέτω πως αναφέρεστε στις παλιές ιστορίες της μητέρας μου».
«Κι εσύ τση Μέλπως η κόρη».
«Η Αριάδνη» είπε εκείνη. «Δικηγόρος. Ζω στο Ηράκλειο. Ήρθαμε μόνο για λίγες μέρες να τακτοποιήσουμε το σπίτι».
Η Ευτέρπη έσκυψε και έπιασε ένα ακόμη κλωνάρι. «Η μάνα σου τσι ήξερε τσι ιστορίες».
«Η μητέρα μου φοβόταν και τη σκιά της» απάντησε η Αριάδνη.
Ο Αναστάσης κοίταζε πότε τη μία και πότε την άλλη, νιώθοντας πως κάτι υπήρχε ανάμεσά τους που δεν το καταλάβαινε.
Η Ευτέρπη δε θύμωσε. Αυτό έκανε την Αριάδνη να ενοχληθεί περισσότερο.
«Βάλε στεφάνι στην πόρτα σου» είπε η γριά ήρεμα.
Η Αριάδνη χαμογέλασε σχεδόν περιφρονητικά. «Στεφάνι θα βάλω, αν βρω χρόνο, για να μη λένε στο χωριό ότι δεν τιμούμε τα έθιμα. Αλλά χωρίς σκόρδα, αγκάθια και κόκκινες κλωστές. Δεν είμαστε στον Μεσαίωνα».
«Όχι» είπε η Ευτέρπη. «Είμαστε λίγο πριν τα μεσάνυχτα».
Το πρόσωπο της Αριάδνης σκλήρυνε. «Αναστάση, πάμε μέσα».
Το αγόρι δεν κουνήθηκε αμέσως.
«Μαμά, η κυρία είπε ότι πρέπει να βάλουμε στεφάνι. Αλλιώς…»
«Αλλιώς τίποτα» τον διέκοψε εκείνη. «Η κυρία λέει πράγματα που έλεγαν οι άνθρωποι κάποτε για να εξηγούν όσα δεν καταλάβαιναν». Έπειτα γύρισε ξανά προς την Ευτέρπη. «Με όλο τον σεβασμό, δε θα ήθελα να τρομάζετε το παιδί μου με δοξασίες για την Πρωτομαγιά».
Η Ευτέρπη έδεσε άλλον έναν κόμπο στο στεφάνι. Το κόκκινο νήμα τεντώθηκε ανάμεσα στα ξερά της δάχτυλα σαν λεπτή γραμμή αίματος. «Δεν είναι ντροπή να φοβάται κανείς, Αριάδνη. Ντροπή είναι να τονε προειδοποιούνε και να κάνει πως δεν ακούει».
Η Αριάδνη γέλασε χαμηλόφωνα. «Η μητέρα μου πέρασε όλη της τη ζωή ακούγοντας τέτοιες προειδοποιήσεις. Δε σκοπεύω να μεγαλώσω κι εγώ το παιδί μου με φόβους για σκιές, κακά μάτια και Μάηδες που μπαίνουν από τις πόρτες». Έπιασε τον Αναστάση από τον ώμο και τον τράβηξε απαλά κοντά της. «Πάμε».
Ο Αναστάσης έκανε μερικά βήματα, αλλά γύρισε πίσω για μια στιγμή. «Κυρία Ευτέρπη;» Η γριά σήκωσε το βλέμμα. «Αν φτιάξουμε αύριο στεφάνι, θα είναι αργά;»
Η Αριάδνη αναστέναξε, φανερά ενοχλημένη.
Η Ευτέρπη δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε τον ουρανό, που είχε αρχίσει να παίρνει εκείνο το βαθύ μωβ χρώμα πριν από τη νύχτα. Ύστερα κοίταξε την πόρτα του σπιτιού της Μέλπως. «Ναι, κοπέλι μου. Για μερικά πράγματα, το αύριο είναι πάντα αργά».
Η Αριάδνη δεν της έδωσε άλλη σημασία. Οδήγησε τον Αναστάση στο σπίτι, άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα.
Η Ευτέρπη έμεινε για λίγο ακίνητη. Έπειτα έσκυψε ξανά πάνω από το στεφάνι της και άρχισε να πλέκει πιο γρήγορα. Τα δάχτυλά της, παρότι γερασμένα, κινήθηκαν με μια σβελτάδα που δεν ταίριαζε στην ηλικία της. Περνούσαν το ένα κλωνάρι μέσα στο άλλο, έδεναν, τραβούσαν, σταύρωναν το κόκκινο νήμα πάνω στα λουλούδια και στα αγκάθια. Κάθε τόσο, το βλέμμα της ξέφευγε προς το διπλανό σπίτι. Η πόρτα, γυμνή χωρίς στεφάνι, στεκόταν απέναντί της σαν ανοιχτή πληγή, παρότι ήταν κλειστή.
Η Ευτέρπη έσφιξε τα χείλη της. «Αχ, Μέλπω» ψιθύρισε. «Και την είχες προειδοποιήσει».
Ο αέρας κόπασε λίγο πριν δύσει τελείως ο ήλιος. Στο χωριό απλώθηκε μια ανεξήγητη σιωπή. Η Ευτέρπη σηκώθηκε αργά, κρατώντας το στεφάνι με τα δυο της χέρια. Πήγε στην πόρτα της και το κρέμασε προσεκτικά στο παλιό καρφί. Έμεινε για λίγο με το χέρι πάνω στο πόμολο, κοιτάζοντας το σπίτι της Αριάδνης.
Στο εσωτερικό του, τα φώτα ήταν αναμμένα. Η σκιά της γυναίκας περνούσε πότε μπροστά από το ένα παράθυρο και πότε μπροστά από το άλλο. Η σκιά του παιδιού φαινόταν πιο χαμηλά, πότε κοντά στο τραπέζι, πότε στον τοίχο, σαν να περιφερόταν άσκοπα μέσα στο σπίτι.
Η Ευτέρπη μπήκε μέσα. «Ο Θεός να βάλει το χέρι Του» είπε σιγανά.
***
Στο διπλανό σπίτι, η Αριάδνη προσπαθούσε να συνεχίσει τη βραδιά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Άφησε το κινητό της πάνω στο τραπέζι, έβγαλε το σακάκι και άνοιξε τον φορητό υπολογιστή της. Στην οθόνη την περίμεναν έγγραφα, συμβόλαια, εκκρεμότητες· πράγματα κανονικά· πράγματα με ονόματα, ημερομηνίες, υπογραφές· πράγματα που μπορούσε να ελέγξει.
Ο Αναστάσης καθόταν στην καρέκλα απέναντί της, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο τραπέζι. «Μαμά;»
«Ναι;» απάντησε εκείνη, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
«Μήπως να βάλουμε ένα στεφάνι;»
Η Αριάδνη σταμάτησε να πληκτρολογεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Αναστάση, το συζητήσαμε».
«Δεν το συζητήσαμε. Εσύ είπες πως είναι χαζομάρες».
«Γιατί είναι».
Το παιδί κοίταξε προς την πόρτα. «Κι αν δεν είναι;»
Η Αριάδνη σήκωσε το κεφάλι. Το βλέμμα της μαλάκωσε για μια στιγμή. Σηκώθηκε, πήγε κοντά του και του χάιδεψε τα μαλλιά. «Άκουσέ με. Η γιαγιά σου μεγάλωσε εδώ, σε ένα χωριό όπου οι άνθρωποι πίστευαν πολλά πράγματα. Η κυρία Ευτέρπη επίσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα όσα πίστευαν ήταν αλήθεια».
«Κι αν κάποια ήταν;»
Τη στιγμή που το είπε, κάτι χτύπησε απαλά στο παράθυρο. Και οι δύο γύρισαν. Στην αρχή, η Αριάδνη νόμισε πως ήταν κάποιο κλαδί. Μόνο που έξω από εκείνο το παράθυρο δεν υπήρχε δέντρο· μονάχα η στενή αυλή, λίγες πέτρες και ένας τοίχος σκεπασμένος με αγριόχορτα.
Το χτύπημα ακούστηκε ξανά. Και μετά ξανά.
Ο Αναστάσης έπιασε το χέρι της. «Μαμά…»
Η Αριάδνη τράβηξε την κουρτίνα απότομα. Έξω δεν υπήρχε τίποτα· μονάχα το σκοτάδι του χωριού και, λίγο πιο πέρα, το παράθυρο της Ευτέρπης, φωτισμένο αχνά από μια λάμπα πετρελαίου. Άφησε την κουρτίνα να πέσει.
«Πέτρες θα είναι. Ή κανένα έντομο».
«Μα…»
«Αναστάση».
Ο τόνος της αρκούσε για να σωπάσει.
Πέρασε περίπου μία ώρα. Το χωριό βυθίστηκε εντελώς στο σκοτάδι. Η Αριάδνη έβαλε τον Αναστάση να ξαπλώσει στο μικρό δωμάτιο που κάποτε ήταν δικό της.
«Θα αφήσεις το φως ανοιχτό;» ρώτησε το παιδί.
«Φυσικά».
«Και την πόρτα;»
«Κι αυτή».
Ο Αναστάσης γύρισε στο πλάι και τράβηξε το σεντόνι μέχρι το πιγούνι. «Η κυρία Ευτέρπη είπε ότι αύριο θα είναι αργά».
Η Αριάδνη στάθηκε στην πόρτα. Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, δεν βρήκε αμέσως κάτι να απαντήσει. «Κοιμήσου» είπε τελικά. «Δε θα συμβεί τίποτα».
Άφησε μισάνοιχτη την πόρτα και γύρισε στο σαλόνι. Μόλις έμεινε μόνη, το σπίτι τής φάνηκε ξαφνικά ξένο. Κάθισε ξανά μπροστά στον υπολογιστή, μα τα γράμματα μπροστά της θόλωναν. Κάθε τόσο έπιανε τον εαυτό της να κοιτάζει την πόρτα. Σηκώθηκε απότομα, ενοχλημένη με τον εαυτό της.
«Ανοησίες» είπε δυνατά.
Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε τη βρύση και γέμισε ένα ποτήρι νερό. Την ώρα που το έφερνε στα χείλη της, άκουσε κάτι από τον διάδρομο. Έμοιαζε με σύρσιμο. Έμεινε ακίνητη.
«Αναστάση;»
Καμία απάντηση.
Άφησε το ποτήρι στον πάγκο και προχώρησε προς τον διάδρομο. Το φως στο παιδικό δωμάτιο ήταν ακόμη αναμμένο. Η πόρτα μισάνοιχτη, όπως την είχε αφήσει. Έσπρωξε απαλά. Ο Αναστάσης κοιμόταν. Ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε στην αρχή. Ύστερα είδε πως το σεντόνι ήταν φουσκωμένο με τρόπο αφύσικο. Πλησίασε και το τράβηξε. Κάτω από το σεντόνι υπήρχαν δυο μαξιλάρια, βαλμένα πρόχειρα στη θέση του σώματός του.
Η Αριάδνη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. «Αναστάση;»
Γύρισε απότομα, βγήκε στον διάδρομο και άρχισε να ψάχνει τα δωμάτια: το μπάνιο, την κουζίνα, το σαλόνι, την αποθήκη πίσω από τη σκάλα. Τίποτα. Ύστερα είδε την πίσω πόρτα. Ήταν μισάνοιχτη. Ένα λεπτό ρεύμα νυχτερινού αέρα έμπαινε από το άνοιγμα και έφερνε μαζί του μια μυρωδιά από χώμα, αγριόχορτα και σαπίλα.
Η Αριάδνη όρμησε έξω. «Αναστάση!»
Η φωνή της χτύπησε στις πέτρες και χάθηκε μέσα στο καλντερίμι. Το χωριό ήταν σκοτεινό. Μονάχα στο σπίτι της Ευτέρπης υπήρχε φως· ένα μικρό, κίτρινο φως που τρεμόπαιζε πίσω από την κουρτίνα.
Η Αριάδνη έκανε δυο βήματα προς τα εκεί, όταν κάτι κινήθηκε στην άκρη της αυλής. Ένα παιδί, με πιτζάμες, στεκόταν μπροστά στην πόρτα της Ευτέρπης.
«Αναστάση!»
Το αγόρι γύρισε. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό και τα μάτια του γουρλωμένα. «Μαμά, δεν άνοιγε η πόρτα σου».
«Τι λες;»
«Βγήκα…» ξεροκατάπιε. «Όταν βγήκα, η πόρτα μας έκλεισε μόνη της».
Η Αριάδνη έτρεξε κοντά του και τον άρπαξε από τους ώμους. «Τρελάθηκες; Βγήκες μόνος σου μέσα στη νύχτα;»
«Άκουσα κάποιον να με φωνάζει».
Η Αριάδνη πάγωσε. «Ποιον;»
Ο Αναστάσης κοίταξε πίσω της, προς το σπίτι τους. «Εσένα».
Τότε ακούστηκε η φωνή της από μέσα. «Αναστάση; Έλα μέσα, παιδί μου».
Η Αριάδνη ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Ήταν η δική της φωνή.
«Αναστάση, μη με κάνεις να βγω να σε ψάξω».
Το παιδί έσφιξε τα δάχτυλά του πάνω στο χέρι της. Η Αριάδνη δεν μπόρεσε να μιλήσει.
Απέναντι, η πόρτα της Ευτέρπης άνοιξε απότομα, όσο της επέτρεπε η αλυσίδα. Το πρόσωπο της γριάς φάνηκε στο άνοιγμα. «Μην αποκριθείτε» είπε κοφτά.
Η Αριάδνη γύρισε προς το μέρος της. Για πρώτη φορά δεν είχε μέσα της ούτε ειρωνεία ούτε θυμό· μόνο καθαρό φόβο. «Τι συμβαίνει;»
Η Ευτέρπη δεν της απάντησε. Κοίταξε πάνω από τον ώμο της, προς το γυμνό κατώφλι του σπιτιού της Μέλπως, κι έκανε τον σταυρό της. Πίσω τους, από το σπίτι της Αριάδνης, ακούστηκε ένα τρίξιμο. Το φως στο εσωτερικό τρεμόπαιξε.
Και ύστερα ακούστηκε πάλι η φωνή της Αριάδνης. «Μη στέκεστε εκεί έξω. Κάνει κρύο».
Ο Αναστάσης άρχισε να κλαίει. Η Αριάδνη τον τράβηξε πίσω της.
«Ελάτε» είπε η Ευτέρπη. «Μπείτε μέσα. Γλήγορα».
Η Αριάδνη έκανε ένα βήμα προς το σπίτι της γριάς, μα σταμάτησε.
«Δεν μπορώ να αφήσω το σπίτι μου ανοιχτό».
Η Ευτέρπη την κοίταξε σαν να της είχε πει κάτι αδιανόητο. «Το σπίτι σου δεν είναι πια αδειανό για να το αφήσεις».
Την ίδια στιγμή, κάτι σύρθηκε στο εσωτερικό του διπλανού σπιτιού. Η πόρτα άνοιξε λίγο περισσότερο. Η Αριάδνη είδε κάτι να πέφτει στο κατώφλι: ένα λουλούδι· μια παπαρούνα, μαύρη στις άκρες. Ύστερα έπεσαν κι άλλες. Τα πέταλα άρχισαν να σκορπίζονται έξω από την πόρτα, σαν σταγόνες αίματος, παρότι εκείνη δεν είχε φτιάξει κανένα στεφάνι.
«Μαμά…» ψιθύρισε ο Αναστάσης.
Από το βάθος του σπιτιού ακούστηκε άλλη φωνή αυτή τη φορά. Η Αριάδνη την αναγνώρισε αμέσως, παρότι είχαν περάσει χρόνια από τότε που την είχε ακούσει.
«Αριάδνη μου…»
Η γυναίκα έμεινε ακίνητη.
Η Ευτέρπη αναστέναξε. «Μη γυρίσεις» είπε.
Αλλά η Αριάδνη είχε ήδη γυρίσει. Μέσα στο άνοιγμα της πόρτας στεκόταν μια σκιά. Το πρόσωπό της δεν φαινόταν καθαρά, όμως η φωνή… Η φωνή ήταν της Μέλπως.
«Κόρη μου…» είπε η σκιά. «Ίντα άργησες να γυρίσεις;»
Η Αριάδνη ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν. Όλες οι βεβαιότητες που είχε φέρει μαζί της από το Ηράκλειο, όλα τα χρόνια που είχε περάσει πείθοντας τον εαυτό της ότι η μητέρα της ήταν απλώς μια φοβισμένη, προληπτική γυναίκα, όλα έσπασαν μέσα της.
«Μαμά;» ψιθύρισε.
Η Ευτέρπη άνοιξε την πόρτα της όσο μπορούσε. «Αριάδνη, μέσα. Εδά».
Η σκιά στο κατώφλι μίλησε ξανά. «Μην την ακούς την Ευτέρπη» είπε η φωνή της Μέλπως. «Πάντα τση κακοφαινόταν που ’φυγες».
Η Ευτέρπη έσφιξε τα χείλη. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε.
«Έλα μέσα, Αριάδνη» συνέχισε η φωνή της Μέλπως. «Το σπίτι είναι δικό σου. Σε ξέρει. Επαέ μεγάλωσες».
Η Αριάδνη έκανε μισό βήμα προς τα πίσω, τραβώντας τον Αναστάση κοντά της.
Το παιδί είχε χωθεί πάνω της και έτρεμε. «Δεν είναι η γιαγιά» ψιθύρισε. «Δεν είναι η γιαγιά, μαμά».
Η σκιά άπλωσε κάτι που έμοιαζε με χέρι. «Έλα, παιδί μου… Μη στέκεις ετσά όξω. Μπες μέσα. Κι εσύ, κοπέλι μου… έλα στη γιαγιά σου».
Η Ευτέρπη βγήκε από το προστατευμένο κατώφλι της απότομα. Άρπαξε την Αριάδνη από τον καρπό με δύναμη. «Όχι από ’κει».
Η Αριάδνη τινάχτηκε. «Άσε με!»
«Θες να σε πάρει;»
«Είναι η μητέρα μου!»
Η Ευτέρπη την τράβηξε πιο δυνατά. «Η μάνα σου ήξερε να κρεμά στεφάνι».
Η φράση έπεσε πάνω της σαν χαστούκι. Σταμάτησε να αντιστέκεται. Μια σκηνή από τα παιδικά της χρόνια ζωντάνεψε στο μυαλό της: η Μέλπω σκυμμένη στην αυλή, να δένει σκόρδα, αγκάθια και κόκκινη κλωστή, ενώ εκείνη, παιδί τότε, γελούσε και τη ρωτούσε γιατί φοβόταν τόσο.
Η σκιά στο κατώφλι άλλαξε. Η πλάτη της τέντωσε. Το κεφάλι έγειρε αφύσικα στο πλάι. Η φωνή, όταν ξαναμίλησε, δεν ήταν της Μέλπως. Ήταν πολλές φωνές μαζί, βραχνές, τρομακτικές. «Δώσε μας το κοπέλι».
Ο Αναστάσης έβγαλε μια πνιχτή κραυγή.
Η Αριάδνη γύρισε και έσπρωξε τον γιο της προς την Ευτέρπη. «Πάρ’ τον!»
Η Ευτέρπη δε χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα. Άρπαξε το παιδί από το χέρι και το τράβηξε μέσα στο σπίτι της. Το στεφάνι στην πόρτα της κουνήθηκε απότομα. Το κόκκινο νήμα έλαμψε για μια στιγμή στο μισοσκόταδο. Η Αριάδνη έμεινε για λίγο έξω.
Από το σπίτι της, κάτι ξεχύθηκε στο καλντερίμι. Την άρπαξε από τα μαλλιά. Έπεσε στα γόνατα, γρατζουνώντας τις παλάμες της στις πέτρες. Ο Αναστάσης ούρλιαξε μέσα από το σπίτι της Ευτέρπης. Η Αριάδνη προσπάθησε να συρθεί, μα η σκιά την τραβούσε πίσω. Δεν είχε χέρια, κι όμως την κρατούσε. Δεν είχε νύχια, κι όμως ένιωθε το δέρμα της να σκίζεται στον αυχένα.
Η Ευτέρπη άρπαξε το κόκκινο νήμα που περίσσευε από το στεφάνι και το πέταξε προς την Αριάδνη. «Πιάσ’ το! Μην το αφήσεις!»
Εκείνη το κράτησε με όση δύναμη της είχε απομείνει. Το νήμα τεντώθηκε. Το σώμα της βρέθηκε ανάμεσα στο σπίτι της Μέλπως και στο σπίτι της Ευτέρπης, ανάμεσα στη φωνή της μητέρας της και στη φωνή της γριάς, ανάμεσα σε όσα είχε αρνηθεί και σε όσα δεν προλάβαινε πια να καταλάβει.
Η Ευτέρπη ψιθύρισε κάτι που η Αριάδνη δεν άκουσε καθαρά. Ύστερα την τράβηξε με μια τελευταία, απελπισμένη δύναμη. Η Αριάδνη πέρασε το κατώφλι. Η Ευτέρπη έκλεισε την πόρτα με όλο της το βάρος και έριξε το μάνταλο. Ο Αναστάσης όρμησε πάνω στη μητέρα του και την αγκάλιασε τόσο σφιχτά, που της έκοψε την ανάσα.
Η Ευτέρπη στεκόταν με την πλάτη κολλημένη στην πόρτα, με το ένα χέρι πάνω στο στήθος της. Από έξω ακούστηκε ένα απαλό χτύπημα. Η Αριάδνη σήκωσε το κεφάλι. Η Ευτέρπη έβαλε το δάχτυλο στα χείλη. Το χτύπημα επαναλήφθηκε.
Ύστερα ακούστηκε η φωνή της Μέλπως: «Ευτέρπη… άνοιξε. Η κόρη μου είναι επαέ μέσα».
Η Ευτέρπη δεν κουνήθηκε. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα, μα το πρόσωπό της έμεινε άκαμπτο.
«Η κόρη της Μέλπως είμαι» ψιθύρισε η Αριάδνη. «Όχι δική σου».
Ο Αναστάσης είχε χωθεί στην αγκαλιά της κι έτρεμε. Εκείνη τον κρατούσε σφιχτά, με τα δάχτυλά της μπλεγμένα στα κόκκινα μαλλιά του, σαν να φοβόταν πως, αν χαλάρωνε έστω και λίγο, κάτι θα τον άρπαζε μέσα από τα χέρια της.
Έξω από την πόρτα, η φωνή της Μέλπως ακούστηκε ξανά: «Αριάδνη… Μη μ’ αφήνεις όξω, κόρη μου. Εγώ είμαι. Η μάνα σου είμαι».
Ο Αναστάσης έπνιξε έναν λυγμό. «Θα μπει;» ρώτησε.
Η Ευτέρπη δεν τον κοίταξε. Τα μάτια της έμειναν καρφωμένα στην πόρτα. «Όχι, όσο δεν ανοίγουμε».
Η νύχτα εκείνη στο Ασφένδου έμοιαζε να κρατάει αιώνες. Τα ξυσίματα στην πόρτα και οι ψίθυροι, που εναλλάσσονταν ανάμεσα στη φωνή της Αριάδνης και της νεκρής Μέλπως, σταμάτησαν μόνο όταν το πρώτο, αχνό γκρίζο φως άρχισε να τρυπάει το σκοτάδι πάνω από τις κορφές των Λευκών Ορέων.
Όταν ο ήλιος ξεπρόβαλε επιτέλους, η Ευτέρπη άνοιξε το μάνταλο. Η Αριάδνη βγήκε πρώτη στο κεφαλόσκαλο, κρατώντας τον Αναστάση σφιχτά από το χέρι. Τα μάτια της ήταν κόκκινα από την αγρύπνια και το λευκό της πουκάμισο ήταν τσαλακωμένο και λερωμένο με χώμα.
Στο στεφάνι της Ευτέρπης, τα λουλούδια είχαν μαραθεί όλα. Το σκόρδο είχε μαυρίσει στις άκρες, τα αγκάθια είχαν σπάσει και το κόκκινο νήμα κρεμόταν μισοκομμένο.
Η πόρτα του σπιτιού της Μέλπως ήταν κλειστή. Μπροστά της, πάνω στις πέτρες, ήταν σκορπισμένα δεκάδες μαραμένα, μαύρα πέταλα. Η Αριάδνη τα κοίταξε. Θυμήθηκε όσα είχε πει το προηγούμενο απόγευμα: Δεν είμαστε στον Μεσαίωνα. Δε θα μεγαλώσω το παιδί μου με φόβους. Χαζομάρες.
Ένιωσε ντροπή. «Η μάνα μου…» ξεκίνησε, μα η φωνή της έσπασε.
Η Ευτέρπη την κοίταξε μαλακά. «Η μάνα σου δεν ήτονε τρελή».
Η Αριάδνη έσφιξε τα χείλη. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, μα δεν τα άφησε να πέσουν. «Το ξέρω πια». Πήρε τον Αναστάση στην αγκαλιά της. «Θα φύγουμε σήμερα» είπε.
Η Ευτέρπη δε φάνηκε να εκπλήσσεται. «Να φύγετε».
Λίγες ώρες αργότερα, όταν ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά, μπήκαν όλοι μαζί στο σπίτι της Μέλπως. Η Αριάδνη πήρε μόνο τα απαραίτητα: λίγα ρούχα, τα χαρτιά της, το αγαπημένο παιχνίδι του Αναστάση. Δεν άγγιξε τα παλιά ντουλάπια. Δεν άνοιξε το δωμάτιο της μητέρας της. Δεν κοίταξε τον καθρέφτη στον διάδρομο, παρότι για μια στιγμή τής φάνηκε πως κάτι στεκόταν πίσω από την αντανάκλασή της.
Πριν φύγουν, η Ευτέρπη έκοψε μερικά αγριολούλουδα από την αυλή της, πήρε σκόρδο, αγκάθια και ένα κομμάτι κόκκινο νήμα. Τα έδωσε στην Αριάδνη. «Είναι για να μη λησμονήσεις».
Καθώς το αυτοκίνητο απομακρυνόταν από την Ασφένδου, ο Αναστάσης γύρισε και κοίταξε από το πίσω τζάμι. Είδε την Ευτέρπη να κάθεται πάλι στην καρέκλα της, ήρεμη, σαν να μην είχε μεσολαβήσει καμία μάχη με το σκοτάδι.
Το χωριό μίκραινε πίσω τους. Ο τρόμος του Κακομηνά είχε υποχωρήσει, κρυμμένος στις σκιές που θα περίμεναν υπομονετικά μέχρι τον επόμενο Μάη. Η Αριάδνη άνοιξε τα παράθυρα. Ο μικρός πήρε μια βαθιά ανάσα.
Και τότε, για πρώτη φορά μετά από όλη εκείνη τη νύχτα, ο αέρας μύρισε ξανά άνοιξη.
Ερωδίτη Παπαποστόλου 🌹






Comments